ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ

Το Δόγμα Νταβούτογλου μπορεί να υπήρξε επιτυχές σε μικρά χρονικά διαστήματα διεθνοσυστημικής σταθερότητας, όμως αποδείχτηκε ευάλωτο στις μεταβολές των ισορροπιών ισχύος.

 

 

Γράφει η Κατερίνα Αντωνιάδη, Εξωτερική Συνεργάτης ΚΕΔΙΣΑ

Το τέλος του διπολικού συστήματος επέφερε μεταβολές όχι μόνο στις δύο υπερδυνάμεις, αλλά και στους υπόλοιπους δρώντες του διεθνούς συστήματος. Η Τουρκία εξήλθε «αδύναμη» συγκριτικά με τις δυνατότητές της. Το πέρασμα στο νέο αιώνα χαρακτηρίστηκε από την άνοδο στην εξουσία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το 2002. Η νεοσυσταθείσα πολιτική ομάδα έφερε καινούρια δεδομένα στην κρατική συμπεριφορά. Ο –τότε– Σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του πρωθυπουργού και μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών Davutoğlu (Νταβούτογλου), διαμόρφωσε το ομώνυμο Δόγμα δίνοντας άλλη πνοή στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Έννοιες όπως Στρατηγικό Βάθος και Μηδενικά Προβλήματα μετέβαλαν την τουρκική προσέγγιση του Διεθνούς Συστήματος.

Το Δόγμα Νταβούτογλου αποτελεί ουσιαστικά την ανάλυση του Στρατηγικού Βάθους. Το τελευταίο «ανανεώνεται» με την εισαγωγή των Μηδενικών Προβλημάτων, τα οποία αποσκοπούν στη συμπλήρωση του Δόγματος. Θα μπορούσε να λεχθεί, πως η θεωρία των Μηδενικών Προβλημάτων αποτελεί το εργαλείο της ευρύτερης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν ακυρώνει το Στρατηγικό Βάθος, ούτε διορθώνει κάποια πτυχή του. Αντ’ αυτού, το συμπληρώνει και σύμφωνα με την Τουρκία, κατευθύνει τη χώρα προς τη σταδιακή μετατροπή της αρχικά σε περιφερειακό και έπειτα σε παγκόσμιο δρώντα.

Υπό το πρίσμα του ρεαλισμού, κάθε ορθολογικός δρων οφείλει να διαθέτει επαρκή ισχύ, αρχικά για την επιβίωση και στη συνέχεια για την «ανέλιξή» του στις πυραμιδικές βαθμίδες. Έτσι, και η Τουρκία αναζητεί μέσα από το Στρατηγικό Βάθος “τι δε χρειάζεται να φοβάται” (Αεροπορική Επιθεώρηση, 2013). “Αισθάνεται περικυκλωμένη από εχθρικά έθνη, τα οποία επιδιώκουν την υπονόμευση της κυριαρχίας της” (Aral, 1997; Kelleher; Kuncek; Kharaman, 2003). Σύμφωνα με το Νταβούτογλου, “η χώρα οφείλει να αναπτύξει μία δυναμική συμπεριφορά, ώστε να αναδειχτεί σε σημαντικό ισχυρό περιφερειακό παράγοντα” (Αεροπορική Επιθεώρηση, 2013). Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου «αποκάλυψε» την ύπαρξη ευκαιριών και «έξω» από το δυτικό μπλοκ. Ευκαιρίες που αν αξιοποιούνταν κατάλληλα, θα αναδείκνυαν τη χώρα σε αξιόλογο εταίρο και συνεργάτη που δεν προκαλεί προβλήματα, αλλά βρίσκει λύσεις στις κατά τόπους εντάσεις. Με την εφαρμογή του Στρατηγικού Βάθους επιδιώχθηκε να δοθεί η δυνατότητα απεξάρτησης της Τουρκίας από τη Δύση και η ικανότητα ελιγμών ανάλογα τα αναμενόμενα κόστη και οφέλη. Στόχος δεν ήταν η απομόνωση, αλλά αντίθετα η απόκτηση ενεργότερου ρόλου με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτυγχάνεται αλληλεξάρτηση μεταξύ των δρώντων.

Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίχθηκε πως “η αξία κάθε έθνους επηρεάζεται από τη γεωστρατηγική θέση, στην οποία βρίσκεται, και από το ιστορικό βάθος του” (Davutoğlu, 2010). Έτσι, κάθε έθνος διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα εξαιτίας των διαφορετικών χαρακτηριστικών του στους εν λόγω τομείς. Η Τουρκία αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση βρισκόμενη τόσο γεωγραφικά, όσο και ιστορικά, σε μία ευνοϊκή θέση, η ορθολογική εκμετάλλευση της οποίας θα επιφέρει θετικά –για τη χώρα– αποτελέσματα. Γεωστρατηγικά βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας και έχει υπό τον έλεγχό της τα Στενά του Βοσπόρου. Ταυτόχρονα, συνορεύει με τα υποσυστήματα της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, τα οποία διαδραμάτισαν και εξακολουθούν να αποτελούν κομβικής σημασίας περιοχές, όχι μόνο για τις ηπείρους στις οποίες βρίσκονται, αλλά και ευρύτερα για όσους σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με αυτές (Davutoğlu, 2010).

Το γεγονός όμως, ότι συνδέει δύο ηπείρους δεν πρέπει να την καθιστά ένα «περιφερειακό πέρασμα», αλλά μία σημαντική κεντρική δύναμη (Καιρίδης; Martin, 2006). Ως προς την ιστορικότητα, η Τουρκία θεωρείται “ο φυσικός κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”. Από αυτή τη φράση προκύπτει πως η χώρα διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με όλα τα κράτη στα οποία κάποτε εκτεινόταν η Αυτοκρατορία, καθώς και με το μουσουλμανικό κόσμο ως εκείνη που κρατούσε ενωμένους τους πιστούς (Walker, no date). “Η γεωπολιτική θέση αυτή καθεαυτή δεν έχει αξία. αποκτά στην περίπτωση που γίνεται αποτελεσματικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής” (Davutoğlu, 2010). Ειδικότερα, η Τουρκία κλήθηκε να λάβει υπόψη της τρεις μεγάλες περιοχές προκειμένου να «υπερασπιστεί» κατά το δέοντα τρόπο την εξωτερική της πολιτική: την εγγύς χερσαία περιοχή, την εγγύτερη θαλάσσια περιοχή και την προς την Τουρκία εγγύτερη ηπειρωτική περιοχή (Davutoğlu, 2010).

Το 2009, οπότε και ανέλαβε τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών, ο Νταβούτογλου εισήγαγε την έννοια των Μηδενικών Προβλημάτων ως μέρος της ευρύτερης πολιτικής του Στρατηγικού Βάθους. Επρόκειτο για μία φυσική αντανάκλαση της φράσης του Κεμάλ “ειρήνη στο σπίτι, ειρήνη στον κόσμο”. Η επιδίωξη ενός τέτοιου περιβάλλοντος ασφάλειας προϋπέθετε την ενεργό δραστηριοποίηση της εκάστοτε ενδιαφερόμενης χώρας. Η Τουρκία στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της, ανέλαβε την ευθύνη να εγκαθιδρύσει έναν τέτοιο χώρο στη γειτονιά της. Η αντιμετώπιση των όποιων διαφορών με τα συνορεύοντα κράτη θεωρήθηκε απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταδιακή επέκταση σταθερότητας και ασφάλειας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Γενικότερα, η θεωρία των Μηδενικών Προβλημάτων αρνείται το “πάγωμα” οποιουδήποτε προβλήματος και υποστηρίζει την ακούραστη αναζήτηση συμβιβαστικών λύσεων (Ministry of Foreign Affairs, no date-a). Σημαντική προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση της προσπάθειας είναι η καλόπιστη συνεργασία και η αμοιβαία προθυμία για ειλικρινή προσέγγιση και ανταλλαγή απόψεων καλλιεργώντας ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αμοιβαίας κατανόησης. Σαφώς στόχος της Τουρκίας ήταν η εγκαθίδρυση και διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή, ώστε με αυτόν τον τρόπο να δρα χωρίς το φόβο αρνητικής αντίδρασης των γειτόνων της στις στρατηγικές επιλογές της. Ενισχύοντας το αίσθημα ασφάλειας θα αποκτούσε τη δυνατότητα ανάληψης πιο προοδευτικών πολιτικών. Το κατά πόσο είναι εύκολο να εγκαθιδρυθεί ένα περιβάλλον «φιλικών γειτόνων» με διάρκεια και αποτελεσματικότητα αποδείχθηκε πιο μακρινό από ό,τι αναμενόταν.

Η Άγκυρα πράγματι προσπάθησε να εξέλθει από την απομόνωση των προηγούμενων ετών, πραγματοποιώντας συναντήσεις με αρχηγούς και εκπροσώπους των γειτονικών –και όχι μόνο– κρατών. Επιδίωξε με κάθε μέσο ήπιας ισχύος τη θετική «προβολή» της στον κόσμο, μέσα από την ενεργό συμμετοχή της σε Διεθνείς Οργανισμούς και εκδηλώσεις παγκόσμιας εμβέλειας (Ministry of Foreign Affairs, no date-b).

Η εφαρμογή του Στρατηγικού Βάθους φάνηκε να απέχει πολύ από την ολοκλήρωσή του παρόλο που έγιναν αισθητές οι μεταβολές στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Οι αρχικές ενδείξεις, προμηνύουν δυσοίωνα αποτελέσματα. Τα Μηδενικά Προβλήματα απέτυχαν ως πολιτική. Η επιλεκτική χρήση τους από την κυβέρνηση του AKP απέδειξε πως πρόκειται για ένα μη ρεαλιστικό στόχο (Relections Turkey, 2012). Αυτό ωστόσο, που έχει νόημα δεν είναι να διαπιστωθεί η ορθή εφαρμογή ενός «κενού» Δόγματος ή η «κενή» εφαρμογή ενός ορθού Δόγματος, αλλά τον αντίκτυπο των παραπάνω στη διακρατική αλληλεπίδραση.

Η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα βρήκε την Τουρκία ανανεωμένη με μία καινούρια δυναμική να την διακατέχει και να την καθοδηγεί. Η άσκηση της νταβουτογλιανής εξωτερικής πολιτικής όμως, αποδείχθηκε επιρρεπής και ευάλωτη στις όποιες μεταβολές των ισορροπιών ισχύος και ταυτόχρονα, επιτυχής στα μόλις μικρά χρονικά διαστήματα διεθνοσυστημικής σταθερότητας.

Ωστόσο, μπορεί να γίνει αντιληπτό πως δεν υφίστανται πραγματικές συνθήκες σταθερότητας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή –αν όχι– αδύνατη την εφαρμογή μίας πολιτικής που χρήζει σταθερότητας. Το βέβαιο είναι πως καθίσταται αναγκαίο οι κρατικές πολιτικές να μεταβάλλονται και να προσαρμόζονται στις υπάρχουσες συνθήκες, καθώς και να προετοιμάζονται κατάλληλα για το απρόβλεπτο μέλλον.

Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ