ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κωτάντζης, MSc στην Ευρωπαϊκή Δημοσιογραφία – Ειδικός Ευρωπαϊκού Πολιτισμού – Αρθρογράφος – Συγγραφέας

 

Τα τελευταία επτά χρόνια, η Άγκυρα έχει καταφέρει να στρέψει υπέρ της, το μεγαλύτερο μέρος της σομαλικής κοινωνίας, επίτευγμα, που οφείλεται στην συνεπή χρήση της ήπιας ισχύος της. Ακολουθώντας μια προσεκτική, πολιτική ανθρωπιστικής διπλωματίας, χρησιμοποιεί υπηρεσιακούς και πολιτικούς παράγοντες ώστε να διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της Σομαλίας, η οποία σπαράσσεται από τον Σομαλικό εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται από το 1980. Η τουρκική παρουσία δεν είναι πρωτοφανής στη χώρα. Ορισμένα τμήματα της Σομαλίας ήταν υπό την επιρροή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πολλές φορές, οι Σομαλοί ηγεμόνες υποστηριζόταν από τον στόλο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς κατά των Πορτογάλων τον 16ο αιώνα.

Επί του παρόντος, η στρατηγική της Τουρκίας αποδίδει καρπούς, με πολλούς Σομαλούς να τρέφουν αισθήματα αγάπης για τον Ταγίπ Ερντογάν καθώς τον θεωρούν σωτήρα της χώρας. Για αυτούς, ο Ερντογάν είναι ένας συντηρητικός, μουσουλμάνος ηγέτης που τους παρέχει ανθρωπιστική και αναπτυξιακή βοήθεια, στηρίζει το εμπόριο και την εκπαίδευσή τους. Χάρη στον Τούρκο πρόεδρο, οι Σομαλοί έχουν αποκτήσει πολλές χρήσιμες και ζωτικής σημασίας υποδομές, όπως μεταξύ άλλων, ένα μεγάλο νοσοκομειακό συγκρότημα, το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας Μογκαντίσου, εμπορικά κέντρα, ορφανοτροφείο και ένα σχολικό συγκρότημα. Το 2015, η Σομαλία έφτασε να είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος αποδέκτης τουρκικής βοήθειας στον κόσμο, μετά τη Συρία.

Εκτός της Σομαλίας, η Τουρκία έχει εξαπλώσει την επιρροή της και στο Σουδάν, βορειοδυτικά του Τζιμπουτί, όπου νοικιάζει την πόλη-νησί Σουάκιν ενώ αναμένει απάντηση για τη δημιουργία μιας ναυτικής και αεροπορικής βάσης λίγο βορειότερα καθώς και τη μεταφορά τεχνογνωσίας στον Σουδανικό στρατό. Η εργώδης αυτή προσπάθεια της Τουρκίας, είναι μέρος της ευρύτερης πολιτικής της για την Αφρική, την οποία αναθεώρησε το 2003. Στο νέο πλαίσιό της, το έτος 2005 ονομάστηκε «Χρονιά της Αφρικής». Έκτοτε, ο αριθμός των τουρκικών αποστολών στην ήπειρο αυξήθηκε σημαντικά, από 12 το 2009, σε 39 το 2017, οι εξαγωγές προς την Αφρική σχεδόν εξαπλασιάστηκαν στα $13,7 δις, ενώ οι τουρκικές άμεσες επενδύσεις ξεπέρασαν τα $6 δις.

Το 2017, η Τουρκία προχώρησε σε μια κίνηση, η οποία φάνηκε σαν μετατόπιση της πολιτικής της. Πρόκειται για τη δημιουργία, στο Μογκαντίσου, της μεγαλύτερης στρατιωτικής βάσης της στο εξωτερικό, ένα κέντρο εκπαίδευσης, με προσωπικό 200 ατόμων, κόστους $50 εκατομμυρίων και με αρχικό στόχο, την εκπαίδευση 10.500 Σομαλών στρατιωτών. Μέχρι την εγκατάσταση της στρατιωτικής βάσης, η Τουρκία χρησιμοποιούσε στη Σομαλία τα εργαλεία ήπιας ισχύος της και απολάμβανε το ρόλο του καλοπροαίρετου ευεργέτη. Η βάση, ωστόσο, μετέτρεψε την Τουρκία σε αρωγό της σομαλικής εσωτερικής ασφάλειας και ως εκ τούτου σε ισχυρό παράγοντα στη χώρα και την ευρύτερη περιοχή. Με την διακριτική, στρατιωτική της παρουσία, η Τουρκία συμβάλλει στην εθνική ανασυγκρότηση της Σομαλίας βοηθώντας την κυβέρνηση να επικρατεί των διαφόρων φυλών που κρατούν τη χώρα δέσμια των σκοπιμοτήτων τους και διαιρεμένη. Ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα για την Τουρκία θα είναι, όταν οι Σομαλοί που εκπαιδεύει, κληθούν να πληρώσουν το κενό που θα δημιουργηθεί από την απόσυρση των 22.000 ανδρών της ειρηνευτικής δύναμης της Αφρικανικής Ένωσης (Amisom), η οποία θα ολοκληρωθεί το 2020. Τότε, οι Σομαλοί θα πρέπει να ανταπεξέλθουν στην πίεση της ισχυρής ισλαμιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης Χαρακάτ αλ-Σαμπάμπ αλ-Μουτζαχεντίν, εν συντομία Αλ Σαμπάμπ, θυγατρικής της Αλ Κάιντα. Η οργάνωση διατηρεί κέντρα εξουσίας σε πολλά μέρη της Σομαλίας καθώς και σε περιφέρειες όπως η Σομαλιλάνδη, η οποία επιδιώκει την ανεξαρτησία της από τη Σομαλία. Μια στρατιωτικά ισχυρή σομαλική κυβέρνηση είναι ευθεία απειλή για την Αλ Σαμπάμπ για αυτό άλλωστε και η Τουρκία έχει γίνει στόχος επιθέσεων της οργάνωσης στη Σομαλία.

Στην πραγματικότητα, η τουρκική στρατιωτική βάση δεν αντιπροσωπεύει κάποια αλλαγή πολιτικής. Αντίθετα, αποτελεί ισχυρή ένδειξη των μακροπρόθεσμων προθέσεων της Άγκυρας να καθιερωθεί ως σταθεροποιητική δύναμη στην Σομαλία, από την οποία θα έχει κυρίαρχη παρουσία στην Ανατολική Αφρική και, ιδιαίτερα, στο εμπορικά πολύτιμο Κέρας της Αφρικής. Την χερσόνησο, δηλαδή, που προεξέχει για εκατοντάδες χιλιόμετρα στην Αραβική Θάλασσα, νοτίως της Υεμένης αποτελώντας την νότια ακτή του Κόλπου του Άντεν. Από εκεί, η Τουρκία μετατρέπεται σε υπολογίσιμο φύλακα της εισόδου της Ερυθράς Θάλασσας και των δυτικών ακτών της.

Η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στη Σομαλία θα πρέπει εξεταστεί συνδυαστικά, με την παρουσία της στο Βόρειο Ιράκ με 2.000 προσωπικό στην περιοχή της Μπασκικά, κοντά στην Μοσούλη, καθώς και με την πρόσφατη εγκατάσταση στρατιωτικής βάσης 3.000 ατόμων στην Ντόχα, του μικρού μεσανατολικού κράτους του Κατάρ και μεγαλύτερου εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Οι τρείς αυτές βάσεις, αναβαθμίζουν στρατηγικά την Άγκυρα από τον Περσικό Κόλπο ως τον Κόλπο του Άντεν, με την Τουρκία να επανέρχεται στην περιοχή, 100 χρόνια μετά την υποχώρησή της ως Οθωμανική αυτοκρατορία.

Εν κατακλείδι, οι σκέψεις των Τούρκων για την Αφρική και την Ευρώπη συνοψίζονται στα λόγια του Τούρκου, πρώην πρεσβευτή στο Τσαντ, ο οποίος δήλωσε ότι «εάν σκεφτείτε ποια χώρα θα έπρεπε να είναι παρούσα στην Αφρική, αυτή είναι η Τουρκία. Η ανωμαλία συνέβη κατά τον 20ο αιώνα που εμείς ήμασταν εν πολλοίς απόντες και διείσδυσαν οι Ευρωπαίοι».

Κίνα

Βορείως της Σομαλίας, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών (2 βάσεις), της Γαλλίας (4 βάσεις) και της Ιταλίας (1 βάση), η Κίνα εγκαινίασε, τον Αύγουστο 2017, την πρώτη της υπερπόντια ναυτική βάση στο μικροσκοπικό Τζιμπουτί, πρώην παράλια γαλλική αποικία. Σύμφωνα με Κινέζους αξιωματούχους, η εγκατάσταση θα χρησιμεύσει για την υποστήριξη «ναυτικών συνοδειών στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή, καθώς και επιχειρήσεων του ΟΗΕ διατήρησης της ειρήνης και ανθρωπιστικής αρωγής». Η ναυτική βάση, συνοδεύει την πολιτική ηπίας ισχύος του Πεκίνου στη χώρα με επενδύσεις σε υποδομές κ.α., οι οποίες ξεπερνούν τα $12 δις. Γενικότερα στην Αφρική, η Κίνα χρηματοδότησε τη σιδηροδρομική σύνδεση του Τζιμπουτί με την πρωτεύουσα της Αιθιοπίας, αλλά και αντίστοιχα έργα στην Αγκόλα, τη Νιγηρία, την Τανζανία και τη Ζάμπια.

Η παρουσία της Κίνας στο Τζιμπουτί έχει γεωστρατηγικό ενδιαφέρον λόγω της θέσης της χώρας στα στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ ή «Οι Πύλες των Δακρύων», του πορθμού μεταξύ Υεμένης και Τζιμπουτί που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό. Με προορισμό τη Διώρυγα του Σουέζ, κάθε χρόνο περνούν από τα στενά περίπου 25.000 πλοία, $700 δις σε εμπορεύματα και σχεδόν 2 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Από τα στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ πλέει σχεδόν όλο το ναυτιλιακό εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Έγγραφο του 2014, της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών για την Ενέργεια επεσήμανε ότι η παρεμπόδιση των πλωτών οδών στα στενά, θα οδηγούσε σε αύξηση του ενεργειακού κόστους και των παγκόσμιων τιμών ενέργειας, καθώς η μόνη εναλλακτική διαδρομή για την Ευρώπη και την Αίγυπτο, θα ήταν γύρω από το νότιο άκρο της Αφρικής. Την επικινδυνότητα στον Κόλπο του Άντεν και στα στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, εκτός από τον Σομαλικό εμφύλιο, ενισχύει και ο Υεμενικός εμφύλιος πόλεμος, από το 2015, όταν οι σιίτες αντάρτες Χούτι του πρώην προέδρου της χώρας Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ προκάλεσαν την αντίδραση του σαουδαραβικού συνασπισμού της επίσημης κυβέρνησης του προέδρου Αμπντ αλ-Ραμπ Μανσούρ αλ-Χαντί, με τη στήριξη των ΗΠΑ. Έκτοτε, τα πετρελαιοφόρα και εμπορικά πλοία που διέρχονται των στενών, δέχονται πυραυλικές επιθέσεις από τις ακτές της Υεμένης.

Πέρα από τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της Δύσης, η παρουσία της Κίνας στην Αφρική φαίνεται να επηρεάζει και τα συμφέροντα του βασικού ανταγωνιστή της, της Ινδίας. Η τελευταία θεωρεί την κινεζική πρωτοβουλία στην Αφρική ως μέρος της πολιτικής ονόματι «Μαργαριταρένιο Κολιέ» (String of Pearls), η οποία αποσκοπεί στον περιορισμό των χερσαίων και θαλάσσιων διαδρομών στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού μέσω στρατιωτικών και εμπορικών εγκαταστάσεων.

Ευρωπαϊκή Ένωση

Από το 1400 ως το 1880, η παρουσία των Ευρωπαίων στην Αφρική ήταν περιορισμένη, με κάποια φρούρια και εμπορικούς σταθμούς, κυρίως, στις ακτές της ηπείρου. Η κατάσταση άλλαξε μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1871. Η γερμανική εξωτερική πολιτική ακολούθησε τον δρόμο του αποικιοκρατικού ανταγωνισμού με τη Βρετανία και τη Γαλλία σε αναζήτηση πρώτων υλών για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία της. Το 1884-1885, η Διάσκεψη του Βερολίνου επισημοποίησε τον αποικισμό της Αφρικής μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Βελγίου, Ισπανίας, Πορτογαλίας και Γερμανίας. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αποικίες της Γερμανίας μοιράστηκαν μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας ενώ το τέλος της αποικιοκρατίας ήρθε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αποχώρηση των Βρετανών από την Ινδία το 1947. Η οικονομικά κατεστραμμένη Βρετανία δεν μπορούσε πλέον να επενδύει στις αποικίες της. Το παράδειγμά της, ακολουθήθηκε και στην Αφρική τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, από τις υπόλοιπες αποικιοκρατικές δυνάμεις, όχι πάντα ειρηνικά. Η Γαλλία παραχώρησε σταδιακά ανεξαρτησία στις αποικίες της, αλλά με τον όρο ότι τα γαλλικά στρατεύματα και οι γαλλικές διοικήσεις θα παρέμεναν στη θέση τους για πολλά ακόμα χρόνια. Το Βέλγιο και η Ιταλία αποσύρθηκαν και αυτές αργότερα, ενώ τελευταίες έμειναν, η Πορτογαλία και η Ισπανία μέχρι το 1975 και το 1976 αντίστοιχα.

Σήμερα, η γενική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αφρική διατυπώνεται στην κοινή στρατηγική ΕΕ-Αφρικής (JAES) του 2007. Η Ευρώπη, η οποία παράγει το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ, επιδιώκει την επιστροφή της στην Αφρική, πρωτίστως, με την χρήση εργαλείων ηπίας ισχύος. Η Αφρική έχει κρίσιμης σημασίας πρώτες ύλες απαραίτητες για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες. Στο Κονγκό βρίσκεται το 64% του κοβαλτίου στον πλανήτη, χωρίς το οποίο δεν μπορούν να κατασκευαστούν ηλεκτρικές μπαταρίες, οι οποίες είναι θεμέλιος λίθος της αναδυόμενης βιομηχανίας ηλεκτροκίνητων οχημάτων. Το ταντάλιο, το οποίο χρησιμοποιείται σε ηλιακούς συλλέκτες, βρίσκεται στη Ρουάντα ενώ ο λευκόχρυσος, ο οποίος χρησιμοποιείται για τον περιορισμό των επιβλαβών εκπομπών ρύπων από τα αυτοκίνητα βρίσκεται στη Νότια Αφρική. Αυτές οι πρώτες ύλες ενδιαφέρουν και τον ανταγωνιστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Κίνα.

Ήδη το 50% της παγκόσμιας βοήθειας που λαμβάνει η Αφρική προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. €1,4 δις έχει δεσμευθεί για τη χρηματοδότηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων από το 2014 έως το 2020. Το 2015, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αφρική ανήλθαν σε €32 δις. €3,35 δις διετέθησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, το οποίο αναμένεται να κινητοποιήσει έως και €44 δις για επενδύσεις. Το 2016, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της, χορήγησαν €21 δις για αναπτυξιακή βοήθεια. Το 2017 προτάθηκε το «Σχέδιο Μάρσαλ» για την Αφρική με πρωτοβουλία της Γερμανίας. Εκτός από την προώθηση της επιχειρηματικής συμμετοχής, το σχέδιο στοχεύει και στην συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Αφρικής μέσω περιφερειακών οργανώσεων όπως η Αφρικανική Ένωση (Amisom) και άλλοι δυνητικοί εταίροι.

Πέρα από την ήπια ισχύ, η Ευρώπη εμπλέκεται στην ήπειρο και με 7 μη στρατιωτικές και στρατιωτικές αποστολές στην υποσαχάρια Αφρική. Από το 2010, έχουν συμμετάσχει σε αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αφρική, σχεδόν 17.000 στρατιωτικοί και περισσότεροι από 10.000 αστυνομικοί.

Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ