ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

Σαν σήμερα, στις 11 νοεμβρίου 1912, ο ένδοξος ελληνικός στόλος εκκαθαρίζοντας το Αιγαίο απελευθερώνει τη Χίο.

 

 

Ο Ελληνικός Στόλος αφού απελευθέρωσε τη Λέσβο στράφηκε στη Χίο. Μοίρα ελληνικών πολεμικών πλοίων έκανε απόβαση στην περιοχή Κονταρίου, στις παρυφές της πόλης της Χίου, μετά τη δήλωση του Τούρκου στρατιωτικού διοικητή Ζιχνύ-βέη, ότι θα υπερασπιστεί το νησί μέχρι εσχάτων.

Η απόβαση ξεκίνησε στις 3 και τέταρτο το απόγευμα της 11ης Νοεμβρίου και ολοκληρώθηκε στις 7 το βράδυ της ίδιας μέρας. Η τουρκική αντίδραση κάμφθηκε σε μικρό διάστημα, μετά το βομβαρδισμό, που δέχτηκαν οι τουρκικές θέσεις από τα πλοία του ελληνικού στόλου. Οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν στην περιοχή Καρυών, Μονής Αγίου Μάρκου και Νέας Μονής.

Την επόμενη, 12 Νοεμβρίου, τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα, που είχαν διανυκτερεύσει στο Κοντάρι, μπήκαν στην πόλη μέσα σε έξαλλη χαρά και πανηγυρισμούς. Πρώτοι – πρώτοι ο Μητροπολίτης Χίου Ιερώνυμος Γοργίας και ο Δήμαρχος Νικόλαος Κουβελάς υποδέχτηκαν τον ελευθερωτή στρατό και τον διοικητή του Συνταγματάρχη Νικόλαο Δελαγραμμάτικα.

Ο τουρκικός στρατός ήταν καλά εφοδιασμένος σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στις 14 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στις Καρυές επιχείρησαν να απωθήσουν τους Τούρκους από τις ασφαλείς θέσεις που κατείχαν πάνω στην κορυφογραμμή του Αίπους αλλά απέτυχαν.

Τα ξημερώματα της 15ης άρχισε η επιχείρηση κατάληψης του Αίπους. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο. Οι φρουροί των τουρκικών προφυλακών αιφνιδιάστηκαν και πολλοί υποχώρησαν. Οι Έλληνες προχώρησαν σε βάθος 500 μ. όπου και παρέμειναν. Μία διμοιρία των πεζοναυτών με διμοιρίτη τον Δεμέστιχα συνέχισε πέραν των θέσεων αυτών. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, ο ανοιχτός χώρος του οροπεδίου, το μαύρο χρώμα της στολής τους, ο καπνός από τους γκράδες και ο βομβαρδισμός των προχωρημένων θέσεων από το πλοίο «Μακεδονία» δυσχέραιναν την κατάσταση. Ένα άλλο τμήμα πεζοναυτών με τον Ανθυποπλοίαρχο Νικ. Ρίτσο κατευθύνθηκε στη θέση Κυμιές, κυρίευσε τη μάντρα, αλλά, κατά την επιχείρηση, πληγώθηκε ο Ρίτσος κατάστηθα, μεταφέρθηκε στο πρόχειρο Νοσοκομείο, που είχε συγκροτηθεί στη Σχολή του Αγίου Γεωργίου Βροντάδου, όπου και εξέπνευσε.

Το απόσπασμα του Ρίτσου είχε εκμηδενίσει την τουρκική αντίσταση. Στο άλλο μέτωπο ο Δεμέστιχας αγωνιζόταν να καταλάβει τα υψώματα της Σελλάδας. Στην προσπάθεια του αυτή εγκλωβίστηκε και αντιμετώπισε τα τουρκικά πυρά και από τις τρείς πλευρές. Κατ’ επανάληψη απέκρουσε τις τουρκικές επιθέσεις. Στη συνέχεια, ο αγώνας διεξαγόταν σώμα με σώμα. Στο σημείο αυτό πληγώθηκε θανάσιμα ο δόκιμος Σημαιοφόρος Ιω. Παστρικάκης καθώς και ο Δεμέστιχας, που μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο της Χίου, αφού, προηγουμένως, είχε διατάξει υποχώρηση, μια και οι περισσότεροι των πεζοναυτών είχαν σκοτωθεί ή τραυματιστεί. Τελικά, ήρθαν ενισχύσεις και ο εχθρός αναγκάστηκε να υποχωρήσει με μεγάλες απώλειες.

Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τη νύχτα. Στη μάχη του Αίπους οι ελληνικές απώλειες ήταν 7 νεκροί και 62 τραυματίες και οι τουρκικές ανέρχονταν σε 26 νεκρούς και πολλούς τραυματίες.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΧΙΟΥ

Στις 16 Νοεμβρίου οι Τούρκοι υποχώρησαν περισσότερο ενώ οι Έλληνες κατέλαβαν τη θέση Σελλάδα. Στις 18 Νοεμβρίου οι τουρκικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επίθεση στις ελληνικές προφυλακές, που ενισχυμένες με εφεδρικές δυνάμεις πρόβαλαν πεισματώδη αντίσταση, που ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση.

Τελικά και οι ελληνικές δυνάμεις, με διαταγή του Δελαγραμμάτικα, εγκατέλειψαν το Αίπος και υποχώρησαν στη γραμμή Αρμένη, Κοφινά, Παρθένη, Αγ. Γεωργίου και Λιθίου. Στην απόφαση αυτή βάρυναν τόσο οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, με το πολύ κρύο και τη βροχή και κυρίως η γνώμη του Δελαγραμμάτικα ότι οι δυνάμεις του ήταν ανεπαρκείς, για να εξουδετερώσουν την πείσμονα τουρκική αντίδραση. Κατόπιν αυτού οι επιχειρήσεις ανεστάλησαν μέχρι της αφίξεως ενισχύσεων.

Την εγκατάλειψη του Αίπους αντελήφθησαν οι Τούρκοι και κατέλαβαν τις νότιες πλαγιές του. Στις 29 Νοεμβρίου ο Ζιχνή-βέης διέταξε γενική επίθεση κατά των ελληνικών προφυλακών αλλά και πάλι απωθήθηκαν οι Τούρκοι και υποχώρησαν. Στο μεταξύ, ενισχύθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις με την άφιξη εθελοντικών σωμάτων Κρητικών, Ικαρίων και Χιωτών. Οι τελευταίοι είχαν αρχηγό το Γεώργιο Μπουρνιά. Επίσης, δύναμη δύο ταγμάτων, 950 άντρες συνολικά, ήρθαν από τη Μυτιλήνη, εφοδιασμένοι με πυροβόλα και πολυβόλα.

Παρά το γεγονός ότι οι συσχετισμοί ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων είχαν ανατραπεί σημαντικά υπέρ των ελληνικών, ο Συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας απέφυγε κάθε επιθετική ενέργεια θεωρώντας ότι οι νέες δυνάμεις δεν ήταν επαρκώς γυμνασμένες και εξ αυτού ήταν απρόθυμος να τις οδηγήσει σε μια πολύνεκρη σύγκρουση. Πίστευε, ότι οι τουρκικές δυνάμεις βρίσκονταν μέσα σ’ ένα ασφυκτικό κλοιό που θα τους εξανάγκαζε αργά ή γρήγορα σε παράδοση. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις στις 18 και 19 που κατέληξαν σε αποτυχία.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

Μετά το γεγονός αυτό η ελληνική επίθεση προγραμματίστηκε για τις 20 Δεκεμβρίου. Στρατός, στόλος και εθελοντές άρχισαν να σφυροκοπούν ανελέητα τις εχθρικές θέσεις από παντού. Τα πλοία έβαλαν κατά των Αγ. Πατέρων, του Προβατείου, του Αίπους, του Μαρμάρου Καρδαμύλων, του Πιτυούς, της Βολισσού, του Αγ. Ισιδώρου. Το αποτέλεσμα ήταν να σημάνει παντού τουρκική υποχώρηση, ενώ οι Έλληνες προήλαυναν σ’ όλα τα μέτωπα.

Ο Ζιχνύ-βέης, βλέποντας τις δυνάμεις του, που είχαν συγκεντρωθεί στον Κοχλιά, να είναι περικυκλωμένες, ζήτησε να παραδοθεί. Η παράδοση του έγινε στις 8 το βράδυ της 20ης Δεκεμβρίου του 1912 στις Καρυές στον Ταγματάρχη Παπαδημητρίου και συνεχίστηκε στις 9 το πρωί της επομένης με την παράδοση 1,994 οπλιτών και 37 αξιωματικών.

Ακόμη, στα χέρια των Ελλήνων έπεσαν πυροβόλα, πυρομαχικά, τρόφιμα και τηλεφωνικά μηχανήματα. Από τους αιχμαλώτους, οι βαριά τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στον Τσεσμέ, ενώ οι υπόλοιποι, με πλοία, προωθήθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Στις 26 και 27 Δεκεμβρίου ο ελληνικός στρατός αναχώρησε από το νησί για το μέτωπο της Ηπείρου.

ΠΗΓΗ: Τόπο & Τρόποι