ΚΟΣΟΒΟ

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν σήμανε την ομαλή μετάβαση σε μία Νέα Διεθνή Τάξη πραγμάτων από όπου θα εξέλιπαν διακρατικές και εμφύλιες διαμάχες. Το παρόν κείμενο εστιάζει στο Κόσοβο και συγκεκριμένα στο ρόλο του ως αποσταθεροποιητικού παράγοντα στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 

 

 

Γράφει η Κατερίνα Αντωνιάδη, Εξωτερική Συνεργάτης ΚΕΔΙΣΑ

Στις αρχές του 20ού αιώνα η περιοχή του Κοσσυφοπεδίου βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Η περιοχή χαρακτηρίστηκε ιστορικά από συχνές μεταβολές ως προς τον έλεγχο, αλλά και τη δημογραφική σύνθεση. Τα χρόνια του Α” Παγκόσμιου Πολέμου και του Μεσοπολέμου, Αλβανία και Σερβία διαπραγματεύονταν για το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου. Με το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου παραχωρήθηκε στη Γιουγκοσλαβία, παρά τις αντιρρήσεις των κατοίκων (Βερέμης, 2000). Κατά την Τιτοϊκή διακυβέρνηση παραχωρήθηκε αυτονομία το 1974 (Βερέμης, 2000). Ο μειωμένος κεντρικός έλεγχος ευνόησε την ανάπτυξη αποσχιστικών τάσεων, φαινόμενο στο οποίο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό η πληθυσμιακή σύνθεση (Tanjic; Maliqi, 1994).

Οι αρχές της δεκαετίας του 1980 σήμαναν την αρχή των προβλημάτων για το Κοσσυφοπέδιο. Το 1989 ο Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σερβίας Slobodan Milosevic στοχεύοντας στον «κατευνασμό» του αιτήματος για ανεξαρτησία αναίρεσε το καθεστώς αυτονομίας ενώ, ένα χρόνο αργότερα ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της επαρχίας (Βερέμης, 2000). Οι κάτοικοι αντέδρασαν άμεσα κηρύσσοντας μονομερώς –και ανεπιτυχώς– την ανεξαρτησία τους το 1991. Το 1996 Milosevic και Rugova (αρχηγός του Δημοκρατικού Συνασπισμού του Κοσσυφοπεδίου) υπέγραψαν Μνημόνιο Αμοιβαίας Συμφωνίας, το περιεχόμενο του οποίου δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Η σπίθα άναψε με την κατάρρευση των Πυραμίδων στην Αλβανία την άνοιξη του 1997. Οι Κοσοβάροι εφοδιασμένοι πλέον με οπλισμό, άρχισαν να καταλαμβάνουν εδάφη του Κοσσυφοπεδίου. Ο Milosevic από τη μεριά του απέστειλε στρατεύματα με εντολή τον «αφανισμό» των αλβανόφωνων. Οι Δυτικές δυνάμεις και το ΝΑΤΟ ανησυχούσαν ιδιαίτερα για μία νέα κλιμάκωση στην περιοχή. Ο πρωθυπουργός της Σερβίας, Đinđić, επιθυμούσε την άμεση επίλυση του ζητήματος θέτοντας ένα χρονικό όριο τριών ετών (Χρηστίδης, 2008). “Το 2001 υπογράφτηκε από την UNMIK και εκπροσώπους των αλβανικών κομμάτων, το Συνταγματικό Πλαίσιο, που διαμόρφωνε το σύστημα διακυβέρνησης του Κοσσυφοπεδίου”, χωρίς ωστόσο, να παρέχεται η δυνατότητα λήψης νομοθετικών αποφάσεων σε τοπικό επίπεδο (Χρηστίδης, 2008). “Το 2003 ο Đinđić πίεσε ακόμα περισσότερο ζητώντας την άμεση έναρξη των συζητήσεων για το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου”. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εξακολουθούσε να είναι οι διαμετρικά αντίθετες θέσεις των Αλβανών και των Σέρβων (Χρηστίδης, 2008).

Στις 24 Οκτωβρίου 2005 το Συμβούλιο Ασφαλείας διόρισε το Φινλανδό Martti Ahtisaari ως υπεύθυνο της διαδικασίας εξεύρεσης λύσης σχετικά με το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου. “Οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν οχτώ μήνες” (Χρηστίδης, 2008). Κατά τη διάρκειά τους, σημειώθηκαν «μικρές» συμφωνίες, που σε συνολικό επίπεδο θεωρήθηκαν μεν σημαντικές, ταυτόχρονα δε αμελητέες. Τον Ιανουάριο του 2007 και έπειτα από τις σερβικές κοινοβουλευτικές εκλογές, παρουσιάστηκε το Σχέδιο Ahtisaari. Σύμφωνα με αυτό, προβλεπόταν η δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους υπό διεθνή εποπτεία, η έγκριση ενός νέου Συντάγματος από τη Συνέλευση του Κοσσυφοπεδίου και η συνέχιση διεθνούς παρουσίας για την επίβλεψη διατήρησης των συμπεφωνημένων. Το Σχέδιο έγινε αποδεκτό μόνο από την Πρίστινα και ο δημιουργός του ήταν πρόθυμος να το τροποποιήσει προκειμένου να εξευρεθεί μία συμβιβαστική λύση. Ο Πρωθυπουργός του Κοσσυφοπεδίου, Agim Çeku δήλωσε πως σε περίπτωση που δεν κατέληγαν σε συμφωνία μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 2007, επρόκειτο να κηρύξει την ανεξαρτησία του Κοσόβου (Χρηστίδης, 2008).

Πράγματι, αυτό συνέβη στις 17 Φεβρουαρίου 2008 (Public International Law, 2013). Αυτό όμως, δεν σήμανε το τέλος των προβλημάτων. Παρά τη γνωμοδότηση του διεθνούς Δικαστηρίου περί μη παραβίασης διεθνών κανόνων από την πλευρά του Κοσσυφοπεδίου, η Σερβία αρνείται μέχρι και σήμερα να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου (CIA, no date). Βέβαια, έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται σχέσεις μεταξύ των δύο οντοτήτων με κομβική στιγμή τη –με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης– συμφωνία για εξομάλυνση των –μέχρι τον Απρίλιο του 2013­– στάσεων (CIA, no date). Πολλά κράτη έσπευσαν να αναγνωρίσουν τη Δημοκρατία του Κοσόβου ως ένα ακόμα κράτος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη ενώ, άλλα αντιμετώπιζαν αυτήν την εξέλιξη με επιφυλακτικότητα. Μέχρι σήμερα, ο αριθμός των χωρών που σύμφωνα με τη Σερβία, «τάχθηκαν εναντίον της» ξεπερνά τις 110 (Ministry of Foreign Affairs – Kosovo, no date). Τι σημαίνει όμως, η δημιουργία ενός ακόμα κράτους στη νοτιοανατολική Ευρώπη;

Δεν θα είναι το πρώτο μέρος της γης που αποσχίστηκε –εξάλλου αποτελεί και χαρακτηριστικό της πρώην Γιουγκοσλαβίας–, ούτε το τελευταίο λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις ανά την υφήλιο. Η παρούσα κατάσταση όμως, παραμένει ανησυχητική. Το Κόσοβο αντιμετωπίζει αρκετά εσωτερικά προβλήματα. Η οικονομία έχει παρουσιάσει ελάχιστη πρόοδο και εξακολουθεί να λαμβάνει εξωτερική βοήθεια. Η χώρα πρέπει να καταστεί αυτάρκης, εάν επιθυμεί να θεωρείται ένας πραγματικά ανεξάρτητος δρων. Σημαντική κρίνεται και η επίτευξη πραγματικής ισότητας μεταξύ των πολιτών. Παρά τις όποιες ρυθμίσεις, η εχθρότητα ανάμεσα σε Σέρβους του βόρειου Κοσόβου και τους Αλβανούς συμπολίτες τους εξακολουθεί να υφίσταται και να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, στοιχείο που αποσταθεροποιεί τις κοινωνικές δομές της χώρας. Η αποσταθεροποίηση διαχέεται και στη γειτονική Σερβία, η οποία αισθάνεται υπεύθυνη για τους Σέρβους της διασποράς της.

Η εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σερβία είναι απαραίτητη για την τελευταία και για έναν ακόμη λόγο: την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΕ έχει θέσει ως ένα από τα κριτήρια ένταξής της, τη διευθέτηση των όποιων ζητημάτων με το Κόσοβο, προς επίτευξη σταθερότητας στην περιοχή (Freizer, 2012). Οι δεσμοί των Κοσοβάρων με την Αλβανία θα μπορούσαν να αποβούν αποσταθεροποιητικοί. Η ιδέα της Μεγάλης Αλβανίας περιλαμβάνει τα εδάφη στα οποία κατοικούν αλβανικοί πληθυσμοί και όχι μόνο. Μία πιθανή ένωση του Κοσόβου με την Αλβανία θα πυροδοτούσε το αλυτρωτικό όραμα και θα έθετε σε κίνηση διαδικασίες επιθυμητές μόνο από τους Αλβανούς –μέρος των οποίων ωστόσο διάκειται αρνητικά ως προς μία τέτοια εξέλιξη (International Crisis Group, 2004)–. Το ¼ των κατοίκων της ΠΓΔΜ είναι αλβανικής καταγωγής. Τι θα συνέβαινε αν επιδίωκαν την απόσχισή τους και τη μετέπειτα ένωσή τους με τα Τίρανα και την Pristina;

Τέλος, η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τους πολίτες του Κοσόβου, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στον αγώνα των τζιχαντιστών. Η ενίσχυση της τρομοκρατίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη ευνοεί τη διάχυση του φαινομένου της τρομοκρατίας στην υπόλοιπη ήπειρο, στοιχείο που φθείρει τις κρατικές δομές, δημιουργεί αισθήματα ανασφάλειας και φόβου και αποσταθεροποιεί τα –άλλοτε πιο σταθερά– κράτη.

Το Κόσοβο αποτελεί ένα νεότευκτο κράτος στη νοτιοανατολική πλευρά της Ευρώπης. Πρόκειται για μία οντότητα που χρήζει εξωτερικής βοήθειας και υποστήριξης. Φέρει χαρακτηριστικά που υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα αποσταθεροποιήσουν τη βαλκανική χερσόνησο. Η πρόληψη τέτοιων φαινομένων κρίνεται απαραίτητη, ώστε να αποφευχθούν μελλοντικές καταστάσεις domino και κρίσεων. Η ίδια η κυβέρνηση της Pristina καλείται να αναλάβει και να υλοποιήσει δύσκολες πρωτοβουλίες αν επιθυμεί να αποφύγει την αποσάθρωση ή ακόμα και την κατάρρευση. Προς το παρόν, καλό θα ήταν να μην αγνοείται αυτό το σημείο του πλανήτη, το οποίο παρά το μικρό μέγεθός του, είναι ικανό να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα αποσταθεροποίησης στα Βαλκάνια.

Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ