ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΣ

H «αποτροπή» και ο «κατευνασμός», ως όροι μπορεί να φαίνονται μικροί στην έκταση, μα έχουν ιδιαίτερο βάθος.

 

 

Γράφει η Αναστασία Καντά, Δόκιμη Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ

Ένα σύνηθες φαινόμενο – και μέγα σφάλμα ταυτοχρόνως – είναι η λανθασμένη χρήση εννοιών-λέξεων, προκειμένου να κοσμήσουν τον λόγο μας και να τον χρωματίσουν μεγαλεπίβολα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι έννοιες «αποτροπή» και «κατευνασμός», με τις οποίες και επέλεξα να ασχοληθώ στο παρόν άρθρο.

Αποτροπή

Όσον αφορά την πρώτη, («αποτροπή») είναι μια έννοια μη-αντιληπτή στην πλήρη έκτασή της. Ο εν λόγω όρος περιέχει εγγενώς την έννοια της «απειλής» – ενδεχομένως και προληπτικά πλήγματα, εφόσον παραστεί ανάγκη – για να πεισθεί το άλλο μέρος να απέχει από συγκεκριμένες ενέργειες. Σκοπός της, ως αμυντική στρατηγική, είναι να πείσει το αντίπαλο δέος ότι το πιθανό κόστος από τυχόν εχθρική ενέργεια ή ενέργεια που βλάπτει τα ζωτικά συμφέροντα μιας πλευράς, θα είναι μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος. Με άλλα λόγια, σε μια ανάλυση κόστους-οφέλους, η αντίπαλη πλευρά βλέπει ότι θα ζημιωθεί.

Η στρατηγική της αποτροπής οφείλει να ενασκείται με στρατιωτικούς, πολιτικούς και διπλωματικούς όρους. Αδήριτη ανάγκη καθίσταται η πλήρης και αρμονική κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού και των δυνάμεων του κράτους εν συνόλω. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται η εθνική ομοψυχία, το υψηλό ηθικό του πληθυσμού και φυσικά οι ψυχολογικές επιχειρήσεις. Η ισχύς των ενόπλων δυνάμεων μιας χώρας είναι καθοριστικός αποτρεπτικός παράγοντας, ωστόσο, η βολή θα είναι χαριστική, μόνον εφόσον υπάρχει σύμπνοια λαού – κυβέρνησης – στρατού [“Clausewitzian Trinity”, γνωστή και ως «Αξιοσημείωτη (remarkable) ή Παράδοξη (paradoxical) Τριάδα]. Τα συστατικά στοιχεία που θα τελειοποιήσουν τη συνταγή είναι το ηθικό του στρατού, αλλά και το ηθικό του λαού, η ποιότητα της στρατιωτικής ηγεσίας, αφενός, αλλά και της πολιτικής.

Επιπλέον, η αποδοχή της αποτελεσματικότητας του αποτρεπτικού δόγματος συνεπάγεται πως η αποτρεπτική απειλή πληροί σωρευτικά πέντε χαρακτηριστικά.

Πρώτα-πρώτα, η απειλή οφείλει να είναι ξεκάθαρη και πλήρως κατανοητή από τον «στόχο». Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό, καθώς αν οι επιπτώσεις της τιμωρίας – που θα προκύψουν από μη-συμμόρφωση του αντίπαλου μέρους – δεν εκτιμηθούν σωστά και υποτιμηθούν, ο στόχος θα αγνοήσει την απειλή, ακόμα κι αν πληροί τα υπόλοιπα κριτήρια. Έπειτα, μια απειλή αρμόζει να είναι αξιόπιστη, με την έννοια ότι ο απειλούμενος θα γνωρίζει με βεβαιότητα ότι ο απειλών θα πραγματοποιήσει τωόντι την απειλή του. Μια απειλή, ακόμη, πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι σχετική/δέουσα, ώστε τρόπον τινά, να αποτρέπει τον αντίπαλο από ορισμένες συμπεριφορές∙ παράλληλα δε, είναι εξίσου σημαντικό να είναι δριμεία, ήτοι να αναγκάζει τον στόχο να προτιμήσει να μη συμπεριφερθεί κατά τρόπο μη-αποδεκτό, και τέλος, ολοκληρωμένη σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, επιχειρησιακά), με την έννοια ότι η απειλή θα συνοδεύεται από υπόσχεση ότι θα εφαρμοσθεί χωρίς κωλύματα, εάν ο στόχος επιτεθεί, αλλά και ότι θα ανακληθεί, εάν ο στόχος συμμορφωθεί και προσαρμοστεί.

Κατευνασμός

Ο δεύτερος όρος που θα αποπειραθώ συντόμως να αναπτύξω, είναι ο «κατευνασμός». Προσφιλές παράδειγμα για την ανάδειξη της σημασίας του, είναι η Συμφωνία που υπεγράφη στο Μόναχο, το 1938, ανάμεσα στη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία. Η συνάντηση των πρωθυπουργών εκάστης χώρας, με τον καγκελάριο Αδόλφο Χίτλερ,  αφορούσε τη ρύθμιση των γερμανικών διεκδικήσεων σε τσεχοσλοβακικά εδάφη, με απόρροια την υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου. Οι όροι της εν λόγω Συμφωνίας, επέτρεψαν στον Χίτλερ να κατακτήσει πραξικοπηματικά ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία, ενώ οι γερμανικές διεκδικήσεις αφορούσαν τάχα σε ένα τμήμα μόνο της χώρας, τη Σουδητία, όπου υπήρχε ένα ποσοστό γερμανόφωνων κατοίκων.

Οι «Μεγάλοι» της εποχής δεν χειρίστηκαν ορθώς την αναθεωρητική εξωτερική πολιτική του Χίτλερ. Ακολούθησαν την «πολιτική κατευνασμού», ελπίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο θα μετριάσουν τη βουλιμία του Γερμανού καγκελάριου. Η ιστορία, ωστόσο, μαρτυρά το εκ διαμέτρου αντίθετο, γι’ αυτό και αναφορά στην ανωτέρω Συμφωνία συνήθως γίνεται ως έμμεση προειδοποίηση για τυχόν νέες υποχωρητικές συμφωνίες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε παρόμοια αποτελέσματα.

Συλλήβδην, η «αποτροπή» και ο «κατευνασμός», ως όροι μπορεί να φαίνονται μικροί στην έκταση, μα έχουν ιδιαίτερο βάθος. Η διαλεύκανση τους κρίνεται ζωτικής σημασίας, δεδομένου ότι χρησιμοποιούνται πολλάκις στον καθημερινό μας λόγο, ιδίως από πρόσωπα της πολιτικής σκηνής.

 

Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ