CANADAIR CL-415 BERIEV BE-200

Το καναδικό Καναντέρ CL-415 και το ρωσικό Beriev Be-200 αποτελούν αναμφισβήτητα δύο από  τα πιο δημοφιλή αεροσκάφη αεροπυρόσβεσης παγκοσμίως. 

 

 

 

Η αξία των εναέριων μέσων πυρόσβεσης είναι ανεκτίμητη καθώς καταφέρνουν να προσεγγίσουν την πυρκαγιά πολύ γρήγορα και σε σημεία όπου κανένα άλλο επίγειο μέσο δεν έχει πρόσβαση.

Στην Ελλάδα, όπως και στις  χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης η αεροπυρόσβεση βασίζεται κατά κύριο λόγο  στα CL-415 (γνωστά στο ευρύ κοινό ως Καναντέρ).

Όμως το ίδιο δημοφιλή είναι και τα  ρωσικά Beriev, τα οποία καταλαμβάνουν μιαν αξιόλογη θέση στην οικογένεια των αεροσκαφών που έχουν κατασκευαστεί αποκλειστικά για την κατάσβεση πυρκαγιών. Σημειώνεται ότι κατά τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Ηλεία το 2007, η Ρωσία είχε στείλει  Be-200 στην Ελλάδα, όπου διαπιστώθηκαν οι εκπληκτικές δυνατότητές τους.

Τα δύο αεροσκάφη είναι ευθέως ανταγωνιστικά, ή αλληλοσυμπληρώνουν το ένα το άλλο; Το armynow επιχειρεί να κάνει μια αναλυτική παρουσίαση και σύγκριση μεταξύ των δύο αεροσκαφών, σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας, προκειμένου να απαντήσουμε στο ερώτημα.

Δείτε επίσης : Τα εναέρια μέσα πυρόσβεσης που διατίθενται στις πυρκαγιές

 

Canadair CL-415

ΚΑΝΑΝΤΕΡ CL-415

Το Bombardier (πρώην Canadair) CL-415  είναι Καναδικό αμφίβιο αεροσκάφος, ειδικά σχεδιασμένο για ρόλους αεροπυρόσβεσης. Είναι ένα αεροσκάφος σχεδιασμένο και κατασκευασμένο αποκλειστικά για αυτόν τον ρόλο και βασίζεται στο παλαιότερο CL-215 της ίδιας εταιρίας.

Πρόκειται για ένα αμφίβιο αεροσκάφος ιδιαίτερα γνωστό για τις υψηλές επιδόσεις του κατά τη μεταφορά μεγάλων φορτίων αλλά και για την αξιοπιστία του σε αντίξοες συνθήκες.

Το CL-415 έκανε την πρώτη του πτήση το Δεκέμβριο του 1993 και οι πρώτες παραδόσεις άρχισαν τον Νοέμβριο του 1994. Εφοδιάζεται από δύο νέους turboprop (ελικοστρόβιλους) κινητήρες, αντικαθιστώντας τους εμβολοφόρους κινητήρες του CL-215, ενώ έχει και αναβαθμισμένο κόκπιτ υγρών κρυστάλλων. Επίσης έγιναν πολλές αεροδυναμικές βελτιώσεις με την προσθήκη πτερυγίων και τον επανασχεδιασμό μερών της ατράκτου.

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία άρχισε να παραλαμβάνει τα πρώτα CL-415 τον Ιανουάριο του 1999. Τα αεροσκάφη αρχικά εντάχθηκαν στην 383 Μοίρα Ειδικών Επιχειρήσεων και Αεροπυρόσβεσης που είχε ως έδρα την 112 Πτέρυγα Μάχης, στην αεροπορική βάση της Ελευσίνας, και το 2006 η Μοίρα μετεγκαταστάθηκε στην 113 Πτέρυγα Μάχης που εδρεύει στο Αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης, στην 383 Μοίρα Ειδικών Επιχειρήσεων & Αεροπυρόσβεσης «Πρωτέας».

Η Βοmbardier Aerospace έκανε ορισμένες προσαρμογές στον τύπο, ονόμασε την ειδική εκδοχή για την Ελλάδα Canadair CL-415GR, με κύρια χαρακτηριστικά το αυξημένο βάρος απογείωσης, την εγκατάσταση εξοπλισμού έρευνας και διάσωσης, αλλά και ένα σύστημα διαχείρισης λέμβων ή άλλων φορτίων.

Στο πιλοτήριο μπήκαν οθόνες υγρών κρυστάλλων, όπως αυτές που υπάρχουν στα αεροσκάφη της πολιτικής αεροπορίας, οι κινητήρες συνδυάστηκαν με επιπλέον έλικες σύγχρονης αεροτομής για ακριβέστερους ελιγμούς, προστέθηκαν αεροδυναμικά βοηθήματα για χαμηλές πτήσεις, ενώ η ικανότητα μεταφοράς φορτίου αυξήθηκε, πράγμα που οδήγησε σε ένα νέο ηλεκτρονικό σύστημα άφεσης νερού με δυνατότητα διαχωρισμού του υγρού του φορτίου σε τέσσερα τμήματα.

 

CANADAIR CL-415
CANADAIR CL-415

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Το CL-415 έχει ικανότητα υδροληψίας μέχρι 5.455 λίτρων νερού από υδάτινες επιφάνειες (θάλασσες, λίμνες) με ύψος κυματισμού 0,7 μέτρα, σε 12 δευτερόλεπτα,  το οποίο μπορεί να εμπλουτίσει με επιβραδυντικό αφρό και να το επιρρίψει στη φωτιά, επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψει στην βάση του για ανεφοδιασμό.

Επίσης, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να μπορεί να ρίχνει μεγάλες ποσότητες επιβραδυντικού υγρού, στα πρώτα στάδια της φωτιάς, αποτρέποντας την από το να βγει εκτός ελέγχου.

Διαθέτει δύο ελικοστρόβιλους κινητήρες (turboprop) Pratt & Whitney Canada PW123AF, ισχύος 2.380 hp, έχει εμβέλεια 2.426 χλμ, ενώ η επιχειρησιακή ταχύτητα είναι 650 χλμ/ώρα.

Η κατανάλωση καυσίμου είναι 840 λίτρα/ώρα πτήσης.

 

Beriev Be-200

BERIEV BE-200

Το Be-200 είναι ένα αμφίβιο αεροσκάφος πολλαπλών ρόλων που αναπτύχθηκε από την Ρωσική Beriev Aircraft Company (διαθέτοντας μακρόχρονη πείρα στην κατασκευή υδροπλάνων από το 1934) σε συνεργασία με τoν όμιλο παραγωγής αεροσκαφών Irkutsk (Irkutsk Aircraft Production Association – ΙΑΡΟ).

Η βασική έκδοση του Be-200 χρησιμοποιείται σε ρόλους αεροπυρόσβεσης.

Το Be-200 έκανε την πρώτη του πτήση στις 24 Σεπτεμβρίου 1998  και στις 10 Σεπτεμβρίου του 1999 πραγματοποίησε την πρώτη του αποθαλάσσωση.

Πρώτος πελάτης του Be-200 υπήρξε το Ρωσικό Υπουργείο Εκτάκτων Καταστάσεων το οποίο παράγγειλε επτά αεροσκάφη της έκδοσης Be-200ChS, για την ανάληψη αποστολών εναέριας πυρόσβεσης, έρευνας και διάσωσης, αεροδιακομιδής ασθενών και μεταφοράς φορτίου.

 

BERIEV BE-200
BERIEV BE-200

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Το Beriev προωθείται από δύο στροβιλοκινητήρες διπλής ροής, τύπου D-436TP με μέγιστη ώση 7.500 kg. Για τις εξαγωγικές εκδόσεις το αεροσκάφος θα διατίθεται με τον γαλλορωσικό κινητήρα PowerJet SaM146, μέγιστης ώσης 7.700 kg, που βασίζεται σε σχεδίαση της γαλλικής Safran .

Έχει τη δυνατότητα λήψης 12 τόνων νερού σε 14 δευτερόλεπτα, σε υδάτινη επιφάνεια με κυματισμό ύψους 1,2 μέτρων.

Έχει μέγιστη εμβέλεια 3.850 χλμ, επιχειρησιακή ταχύτητα 65- χλμ/ωρα, ενώ η κατανάλωση καυσίμου ανέχεται σε 1.500 λίτρα ανά ώρα πτήσης.

Διαθέτει σύστημα ελέγχου Fly-by-wire.

 

Σύγκριση

Στον παρακάτω πίνακα συνοψίζουμε τα χαρακτηριστικά των δύο αεροσκαφών που αναφέρθηκαν προηγουμένως:

  Canadair CL-415 Beriev Be-200
ΥΔΡΟΛΗΨΙΑ
Μεταφερόμενος όγκος νερού 5,5 τόνοι 12 τόνοι
Χρόνος πλήρωσης δεξαμενής 12 δευτερόλεπτα 14 δευτερόλεπτα
Ύψος κυματισμού θάλασσας 0,7 μέτρα 1,2 μέτρα
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Κινητήρες 2 Ελικοστρόβιλοι (turboprop) 2 Στροβιλοκινητήρες
Μέγιστη εμβέλεια 2.426 χλμ 3.850 χλμ
Επιχειρησιακή ταχύτητα 300 χλμ/ω 650 χλμ/ω
Κατανάλωση καυσίμου 840 λίτρα/ώρα πτήσης 1.500 λίτρα/ώρα πτήσης

 

Πλεονεκτήματα Beriev Be-200

Από τον παραπάνω πίνακα είναι φανερό ότι το Beriev υπερέχει στον τομέα της υδροληψίας, αφού έχει την ικανότητα λήψης διπλάσιου όγκου νερού, σχεδόν στον ίδιο χρόνο με αυτό του Καναντέρ, ενώ μπορεί να κάνει πλήρωση δεξαμενής σε υδάτινη επιφάνεια με ύψος κυματισμού σχεδόν διπλάσιο από αυτό του CL-415 (σημαντικό χαρακτηριστικό, αφού συνήθως οι πυρκαγιές ξεσπούν σε ημέρες με ισχυρούς ανέμους, συνεπώς και ταραχώδη θάλασσα) .

Όσον αφορά στα τεχνικά χαρακτηριστικά, το Beriev έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και σχεδόν διπλάσια επιχειρησιακή ταχύτητα (στοιχεία σημαντικά, τόσο για την έγκαιρη επέμβαση στη φλεγόμενη περιοχή όσο και για την παραμονή στην περιοχή επί μακρόν χωρίς ανάγκη ανεφοδιασμού).

Πλεονεκτήματα Canadair CL-415

Εκεί που τα Καναντέρ υπερέχουν είναι στην κατανάλωση καυσίμου, η οποία είναι σχεδόν η μισή από αυτής του ρωσικού πυροσβεστικού.

Επιπλέον, το μικρότερο μέγεθός τους σε συνδυασμό με την ύπαρξη ελικοφόρων κινητήρων τα κάνει να ανταποκρίνονται πιο εύκολα στις εντολές των χειριστών και συνεπώς είναι πιο ευέλικτα σε δύσκολες και επικίνδυνες καταστάσεις και περιοχές, ειδικά σε περίπτωση που η φωτιά εντοπίζεται σε φαράγγι ή σε περιοχές με ιδιαίτερη μορφολογία εδάφους.

Επιπλέον τα ελικοφόρα Καναντέρ απαιτούν χαμηλότερο κόστος συντήρησης από τα στροβιλοκινητήρια Beriev, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για τη διατήρηση ενός στόλου με υψηλή επιχειρησιακή διαθεσιμότητα, ειδικά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

 

Συμπέρασμα

Άπό την παρουσίαση των δύο δημοφιλών αεροσκαφών, είναι φανερό πως πρόκειται για δύο από τα κορυφαία εναέρια μέσα πυρόσβεσης παγκοσμίως.

Τα Καναντέρ CL-415 που διαθέτει η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, αποδεικνύουν κάθε χρόνο τις δυνατότητές τους και την αποτελεσματικότητά τους – σε συνδυασμό πάντα με το έμπειρο και ηρωικό προσωπικό της ΠΑ (πιλότους και τεχνικούς).

Τα ρωσικά Be-200 είναι αναμφισβήτητα αεροσκάφη με κορυφαία τεχνικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες, αλλά και με τα μειονεκτήματά τους, όπως αυτά προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς, δεν μπορούμε να πούμε ξεκάθαρα ότι υπάρχει «καλύτερο» ή «καταλληλότερο» μεταξύ των δύο δημοφιλών αεροσκαφών, καθόσον ο κάθε τύπος έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τα οποία σε άλλες περιπτώσεις αποτελούν πλεονεκτήματα και σε άλλες μειονεκτήματα.

Σε ό,τι αφορά στην ελληνική πραγματικότητα, εφόσον θα μπορούσαν οι οικονομικές δυνατότητες της χώρας να σηκώσουν το απαιτούμενο βάρος, ένας συνδυασμός ύπαρξης και των δύο αεροσκαφών θα ήταν η ιδανικότερη λύση, καθόσον το ένα θα συμπλήρωνε το άλλο στις περιπτώσεις που το καθένα υπερτερεί.  Όμως αν αναλογιστούμε την ζοφερή εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αυτό φαίνεται από πολύ δύσκολο έως αδύνατο.

Προς το παρόν, ας ευχηθούμε να είμαστε σε θέση τουλάχιστον να συντηρούμε τα ήδη υπάρχοντα πτητικά  μέσα, γιατί όπως φαίνεται, η άθλια κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια σωστού σχεδιασμού και προγραμματισμού, μας αποδεικνύει ότι ούτε αυτό δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε. Δυστυχώς!