ΙΣΛΑΜ

Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει τις κρισιμότερες περιόδους, διαμόρφωσης και ανάπτυξης του εκσυγχρονιστικού φαινομένου στον Μουσουλμανικό κόσμο με ιδιαίτερη έμφαση στον Αραβικό κόσμο. 

 

 

 

Γράφει η Θεώνη Σταματοπούλου, Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ

Θα πραγματοποιηθεί μία ανάλυση των παραγόντων που συνέβαλαν στην ανάδειξη των εκσυγχρονιστικών τάσεων στις Μουσουλμανικές κοινωνίες της Μέσης Ανατολής αλλά και της πολιτισμικής σύνδεσης Δύσης – Ανατολής.

Η πρώτη κρίσιμη περίοδος ήταν αυτή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη Α’. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο στρατός του Ναπολέοντα καταλαμβάνει την οθωμανική επαρχία της Αιγύπτου. Η εκστρατεία αυτή ήταν κρίσιμης σημασίας, μιας και θεωρήθηκε ως σημείο εκκίνησης της σύγχρονης ιστορίας της Μέσης Ανατολής. Ήταν δε, η πρώτη πολιτισμική σύνδεση ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή (Winter, 1992 / Lewis, 2011). Οι Αιγύπτιοι ασπάστηκαν εν μέρει την Δυτική πολιτική κουλτούρα, εφαρμόζοντας το πολιτικό μοντέλο του Ναπολέοντα το οποίο ήταν βασισμένο στο σύστημα αξιών της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή στην ισότητα, στην ελευθερία και στην αδελφότητα.

Η συμβολή της εκστρατείας του δεν είχε μόνο πολιτικό αλλά και επιστημονικό αντίκρισμα. Ο Ναπολέοντας ίδρυσε το Institute d’ Egyptτο οποίο ήταν το πρώτο ακαδημαϊκό ίδρυμα στον Αραβικό κόσμο στη σύγχρονη εποχή (Hourani, 1983). Για τον Taha Hussein (1889 – 1973), η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο χαρακτηρίστηκε στο σύνολό της ως θετική εφόσον ο Βοναπαρτισμός κατόρθωσε να αφυπνίσει τους Αιγύπτιους και να αμφισβητήσουν την Οθωμανική κυριαρχία (Hussein, 1975).

Η δεύτερη κρίσιμη περίοδος ήταν εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Tanzimat. Η λέξη Tanzimat σημαίνει μεταρρυθμίσεις ή ανακατατάξεις ή αναδιοργανώσεις. Η περίοδος των Tanzimat αναφέρεται στην δυτικοποιημένη μορφή των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν από το 1839 έως το 1876. Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της εν λόγω περιόδου, ήταν ο συγκεντρωτισμός της κρατικής εξουσίας και ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης (Lewis, 1963).

Η συμβολή των Tanzimat ήταν καταλυτική μιας και τόνισαν την ανάγκη για μία ριζική μεταρρύθμιση και αναμόρφωση του παλαιού καθεστώτος. Στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων, εστάλησαν μαθητές στην Ευρώπη για να σπουδάσουν ενώ αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού εκπαιδεύτηκαν από Ευρωπαίους αξιωματικούς. Αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων ήταν η ανάδειξη διανοουμένων της αστικής τάξης, πλήθους κοσμικών εταιρειών και κινημάτων που μακροπρόθεσμα θα οδηγούσαν στην ανάδειξη μίας σύγχρονης Τουρκίας, εκείνης των Νεότουρκων και των Κεμαλιστών (Davison, 1963).

Τρίτη σημαντική περίοδος ήταν αυτή της ραγδαίας ανάπτυξης του Αραβικού εθνικισμού. Στην πολιτική ιστορία της Μέσης Ανατολής, ο Αραβικός εθνικισμός είναι γνωστός και με άλλους όρους, ως Αραβισμός, ως Παναραβισμός και ως Αραβικός Ριζοσπαστισμός. Ο Αραβικός εθνικισμός νοείται ως ένα ιστορικό κίνημα το οποίο διαθέτει πολλές διαστάσεις και του οποίου οι βασικές χρονικές φάσεις ανάπτυξης είναι οι εξής:

  • Η Οθωμανική περίοδος,
  • Η περίοδος του Μεσοπολέμου,
  • Η χρονική περίοδος από το 1948 – 1970 και
  • Η περίοδος από το 1970 έως σήμερα.

Το κύριο χαρακτηριστικό του Αραβικού εθνικισμού είναι ότι βρίσκεται πάντα σε αντίθεση με την θρησκευτική Ulama και τους διανοούμενους του Σαλαφισμού. Οι Ουλεμάδες είναι οι κηδεμόνες, οι μεταδότες και οι διερμηνείς της θρησκευτικής γνώσης, της ισλαμικής θεωρίας και του νόμου, ενώ ο Σαλαφισμός είναι ένα ακραία συντηρητικό μεταρρυθμιστικό κίνημα στο Σουνιτικό Ισλάμ (Ibrahim, 2012).

Στα πρώτα στάδια του Αραβικού εθνικισμού, η πρώτη κρίσιμη πολιτισμική αφομοίωση έλαβε χώρα στην περίοδο του Mouhamed Ali Basha στην Αίγυπτο. Ο Mouhamed εφήρμοσε ένα από τα περιεκτικότερα προγράμματα εκσυγχρονισμού στον Αραβικό κόσμο και κατέστησε την Αίγυπτο ένα σύγχρονο κοσμικό εθνικό κράτος (M.W.Daly, 1998). Στην περίοδο διακυβέρνησης του γιου του, Ibrahim Basha, η πολιτισμική αφομοίωση εξαπλώθηκε αλματωδώς καθώς ιδρύθηκε από την κυβέρνηση ένα σύγχρονο σχολικό σύστημα πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων σχολείων για τους Μουσουλμάνους στις μεγαλύτερες πόλεις (Akşin Somel, 2001).

Σε αυτό σημείο, εκτιμώ ότι πρέπει να γίνει και μία αναφορά στον ρόλο των Μυστικών Εταιρειών καθώς στα τέλη του 19ουκαι στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Μυστικές Εταιρείες απετέλεσαν τα κέντρα του Αραβικού εθνικισμού. Οι πιο σημαντικές εξ αυτών είναι οι εξής τρεις:

  • MISIR AL-FATAT ή The Young Egypt,
  • Εθνική Μυστική Εταιρεία,
  • AL-FATAT ή The Young Arab Society.

Η MISIR AL-FATAT ήταν ένα κέντρο θεσμοθέτησης και διάδοσης της εθνικιστικής σκέψης του Ισλαμικού και πολιτικού ακτιβιστή, Jamal Al-Din Al-Afghani, ο οποίος θεωρείται ο ιδρυτής του Ισλαμικού νεωτερισμού. Αυτός επέλεξε το θρησκευτικό στοιχείο ως κεντρικό ιδεώδες ενώ πρέσβευε τον Αντιαραβισμό και τον Αντιεθνικισμό. Δέχτηκε και εισήγαγε στον Αραβικό κόσμο την τεχνολογία και τις επιστήμες. Στη συνέχεια, σε μία αλλαγή στάσης εφόσον τα σχέδιά του απέτυχαν, στράφηκε προς την Αραβική ενότητα και χρησιμοποίησε τον Παναραβισμό και τον Αραβικό εθνικισμό, κάνοντας την Μυστική Εταιρεία κέντρο της ιδεολογίας του. Δευτερευόντως, η Εθνική Μυστική Εταιρεία ιδρύθηκε αρχικά από Άραβες διανοούμενους στην Βηρυτό και έπειτα στην Δαμασκό, στην Τρίπολη και στο Σουδάν. Ήταν εξαιρετικά οργανωμένη και συστηματοποιημένη και ο βασικός της στόχος ήταν η δημιουργία ενός σύγχρονου εθνικού κράτους βασισμένο με ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομία και στους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς. Η AL-FATAT ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1911 και απετέλεσε την συνέχεια της Εθνικής Μυστικής Εταιρείας (Ibrahim, 2012).

Επιπρόσθετα, θα εξετάσω τον Αραβικό εθνικισμό ως μέσο εκσυγχρονισμού στην μετα – αποικιοκρατική εποχή. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα ξεσπάσουν πολλές επαναστάσεις στον Αραβικό κόσμο που θα οδηγήσουν τα Αραβικά κράτη στο να ανεξαρτητοποιηθούν. Παράλληλα, θα εμφανιστούν τρία διαφορετικά μοντέλου εθνικισμού, ο σοσιαλιστικός εθνικισμός, ο φιλελεύθερος εθνικισμός και ο θρησκευτικός εθνικισμός.

Τα στρατόπεδα που θα προκύψουν είναι δύο. Από την μία πλευρά, οι συντηρητικές Αραβικές χώρες που υιοθέτησαν τον Ευρωπαϊκό και τον Αμερικανικό φιλελευθερισμό και από την άλλη πλευρά, οι προοδευτικές Αραβικές χώρες που υιοθέτησαν τον Ρωσικό και Ευρωπαϊκό σοσιαλισμό. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, θα εμφανιστούν πολιτικά κόμματα τα οποία θα προωθούν τον Αραβικό εθνικισμό με το στοιχείου του σοσιαλισμού, χαρακτηριστικότερα εκ των οποίων το κόμμα του Μπάαθ και το κόμμα του Νάσερ αλλά και το Κίνημα των Αράβων Εθνικιστών (MAN).

Ο Νασερισμός απέκλειε την θρησκεία ως αναπόσπαστο στοιχείο της Αραβικής κοινωνίας την ίδια στιγμή που ο Μπααθισμός έβλεπε την θρησκεία ως βασικό κομμάτι του εθνικισμού. Και τα δύο εθνικιστικά ρεύματα έχασαν την αίγλη τους το 1967 μετά την ήττα των Αιγυπτιακών, Συριακών και Ιορδανικών στρατευμάτων από το Ισραήλ στον Πόλεμο των Έξι Ημερών (Rejwan, 1974). Ως εκ τούτου, η κρίση επεκτάθηκε σε όλες τις Ισλαμικές κοινωνίες οι οποίες πλέον επιζητούσαν την πολιτικοποίηση του Ισλάμ. Τα κράτη του Κόλπου ενστερνίστηκαν την Ισλαμική ιδεολογία και χρησιμοποίησαν το Ισλάμ κατά του Αραβικού εθνικισμού και του Κομμουνισμού (Tibi, 1998).

Συμπερασματικά, οι επιπτώσεις της διαδικασίας του εκσυγχρονισμού ήταν αμφιλεγόμενες. Από την μία, πρόκειται για μία διαδικασία θρησκευτικής αφύπνισης και επαναπολιτικοποίησης του Θείου, ενώ από την άλλη, δεν υπήρξε ουσιαστικά πραγματικός πολιτικός εκσυγχρονισμός, ικανός να προσδώσει μία πιο φιλελεύθερη δημοκρατική φύση στην πολιτική κουλτούρα των Αράβων (Ibrahim, 2012).

Σήμερα, το πρότυπο του Ισλαμικού Φοντεμενταλισμού είναι εγγύτερο προς τον homo politicusδηλαδή έναν πολιτικό άνδρα της δράσης, παρά σε έναν homo religiousδηλαδή σε έναν άνδρα της θρησκείας. Επομένως, ο Μουσουλμανικός κόσμος είναι επί της ουσίας  ένα κράμα θρησκείας και πολιτικής.

 

Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ