Οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας προέρχονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από μικροαστικές και αγροτικές οικογένειες. Οι οικογένειες αυτές καμαρώνουν που τα παιδιά τους φορούν στολή και απολαμβάνουν το σεβασμό της κοινωνίας, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της.

Πολλοί λίγοι ήταν και είναι εκείνοι που όντας γόνοι μεγαλοαστικών οικογενειών ή πλουσίων εντάσσονταν ή εντάσσονται (σήμερα ελαχιστότατοι) στις Ένοπλες Δυνάμεις. Άνθρωποι σαν τον Παύλο Μελά υπήρξαν μειοψηφία στο ιστορικό γίγνεσθαι της νεότερης Ελλάδος, εμπνέοντας κι άλλους με τη θυσία ή τις πράξεις τους. Το να ηγηθεί κάποιος ενός λαού απείθαρχου και ατομιστή, όπως ο Ελληνικός λαός, προϋποθέτει κίνητρα τα οποία δεν είναι πάντα ευγενή και πατριωτικά. Πολλώ δε μάλλον όταν η εξουσία διαθέτει “μέλι” και εξ’ αυτού πολλοί θέλουν να την εκμεταλευθούν. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών μας προέρχονται σχεδόν πάντα από μεγαλοαστικές οικογένειες, είτε αυτοί ήταν αριστεροί είτε δεξιοί. Σε αντίθεση με τους στρατιωτικούς, είχαν πάντα εξασφαλισμένα κάποια προνόμια, όπως σπουδές στο εξωτερικό, εργασία στα σίγουρα, και φυσικά μια θέση στην πολιτική σκακιέρα.

Στην πράξη, κατά το Σύνταγμα, οι πολιτικοί λαμβάνουν τις αποφάσεις και στρατιωτικοί τις εκτελούν. Συνήθως οι πολιτικοί λαμβάνουν υπόψιν πολλές παραμέτρους πριν δώσουν στους στρατιωτικούς εντολές προς εκτέλεση. Οι στρατιωτικοί από την άλλη πλευρά, δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν πλήρως τις αποφάσεις των πολιτικών και να δούν πίσω από την κουρτίνα. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί δεν έχουν μάθει να υπεκφεύφουν και να ελίσσονται τόσο καλά όσο οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι. Έτσι το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου 1996, η νέα κυβέρνηση Σημίτη, αποτελούμενη κατά κύριο λόγο από μεγαλοαστούς και νεόπλουτους αστούς, αποφάσισε υπό την πίεση των γεγονότων και των ΗΠΑ να απεμπολήσει κυριαρχικά συμφέροντα της Ελλάδας προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία όσο περισσότερο μπορούσε. Εξέδωσε τις ανάλογες εντολές προς τους στρατιωτικούς κι εκείνοι, όπως το Σύνταγμα και οι νόμοι προστάζουν, έστερξαν να τις υλοποιήσουν.

Ένα από τα αποτελέσματα των εντολών αυτών ήταν ο θάνατος εν ώρα καθήκοντος τριών νέων ανθρώπων, προερχόμενων από τις μικροαστικές οικογένειες που προαναφέραμε. Παιδιά τα οποία τα καμάρωναν οι δικοί τους, παιδιά που λειτουργούσαν ως πρότυπα στο περιβάλλον τους. Δεν κρύφτηκαν, δεν λιποψύχησαν και κυρίως δεν σκέφτηκαν επ’ ουδενί το προσωπικό τους συμφέρον σε σχέση με τις εντολές τις οποίες έλαβαν από τους διοικητές τους. Ο θάνατός τους “ανεξήγητος”, όπως ανεξήγητη ήταν και η συμπεριφορά της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της κρίσης των Ιμίων. Είναι δεδομένο πως οποιαδήποτε κυβέρνηση θα αντιδρούσε πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο. Τα τρία στελέχη του Πολεμικού μας Ναυτικού τα έκλαψαν οι δικοί τους και παρακολούθησαν τις κηδείες τους αρκετοί πολιτικοί, μερικοί εξ’ αυτών είχαν την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για τις εντολές που τους δόθηκαν και τους οδήγησαν στο θάνατο.

Αυτοί βέβαια είναι και σήμερα ζωντανοί, έχουν συμμετοχή στο δημόσιο λόγο ενώ κατόρθωσαν να παραμείνουν στην εξουσία για μία οκταετία. Οι δικοί τους άνθρωποι τους έχουν κοντά τους, σε αντίθεση με τις οικογένειες των σκοτωμένων στελεχών του ΠΝ που επισκέπτονται τα μνήματά τους. Εκείνοι που επιβίωσαν, οι πολιτικοί δηλαδή, δεν ξέχασαν βέβαια εκείνους που την προσπάθειά τους να εκτελέσουν τις εντολές τους έχασαν τη ζωή τους: Τους απένειμαν βαθμούς, τους έφτιαξαν ανδριάντες, καταθέτουν στεφάνια στη μνήμη τους αλλά κυρίως τους χρησιμοποιούν μετά θάνατον όταν ξεμένουν από επιχειρήματα και αναζητούν ήρωες. Κι εμείς οι υπόλοιποι που αποτελούμε την Ελληνική κοινωνία, καμαρώνουμε, ως οφείλουμε, τους ήρωες μας αλλά παράλληλα συνεχίζουμε να ασκούμε τα πολιτικά μας καθήκοντα υπό την επίρροια της συναισθηματικής φόρτισης και του επιδέξιου τρόπου που μια μάζα ανθρώπων καθοδηγείται προς μία κατεύθυνση.

Ως παιδί που προέρχομαι από μικροαστική οικογένεια και αγρότες παππούδες, αισθάνομαι περήφανος για τους ηρωικούς συναδέλφους μου, αλλά ταυτόχρονα αισθάνομαι ντροπή για όλους εκείνους που εκμεταλεύονται το θάνατό τους, τη θυσία τους (γιατί όχι) αλλά και τη θέση τους προκειμένου να διατηρούν την εξουσία με κάθε κόστος. Τιμώ τους νεκρούς μας και υποκλίνομαι στις οικογένειές τους για τον πατριωτισμό τους και το κουράγιο που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν το θάνατο των οικείων τους προς όφελος της πατρίδας.

Μοιραστείτε το
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.