ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821

Ο Γερμανός ιστορικός Γιόχαν Γκούσταφ Ντρόυζεν συνέγραψε την πιο αναλυτική ιστορία για το πρόσωπο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι πρώτες σελίδες του έργου του αποτελούν ένα ψυχογράφημα των αρχαίων Ελλήνων, για τους οποίους ο θάνατος για κάποιον ανώτερο σκοπό ήταν τιμή και ευλογία.

Τιμή και ευλογία ήταν και ο θάνατος για αρκετές γενιές νεώτερων Ελλήνων, από τη στιγμή που το σύνθημα “Ελευθερία ή Θάνατος” ακούστηκε για πρώτη φορά.

Όσο κι αν ψάξει κανείς την παγκόσμια Ιστορία δύσκολα θα βρει λαό για τον οποίο ο θάνατος για τη διαφύλαξη αξιών και ιδανικών ν’ αποτελεί λύτρωση και ικανοποίηση. Για τους Έλληνες, οι αξίες και τα ιδανικά αποτελούν στοιχεία της απόλαυσης της ζωής, παράγοντες υποστήριξης της χαράς και της ευχαρίστησης που νιώθουν όταν γλεντάνε, όταν πολεμάνε, όταν χορεύουν αλλά κυρίως όταν απειλούνται.

Αλήθεια πόσοι Έλληνες στην καθημερινότητά τους μπορούν να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για ασήμαντες φαινομενικά αιτίες; Πόσο εύκολα μπλέκουν σε καυγάδες για αστείες αφορμές;

Η ελευθερία για τους Έλληνες είναι ισότιμη της ζωής. Αυτής της ζωής που τραγουδάει ο Διονύσιος Σολωμός στους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”, αυτής που τραγουδάει ο Ελύτης στα ταξίδια του στο πέλαγος και στο φως, αυτής της ζωής που χορεύει στο ρυθμό του “Ζορμπά” του Μίκη.

Οι Έλληνες διαθέτουν μια μοναδική “τρέλα”, μια τρέλα από την οποία ξεπηδάει η αγάπη για δημιουργία, η λατρεία για την απόλαυση των στιγμών που δίνει το χάραμα και το ηλιοβασίλεμα, η θάλασσα και τα κακοτράχαλα βουνά.

Μέσα σε 6-7 χρόνια, από το 1821 έως το 1828 οι “τρελοί” αυτού του τόπου, ο Παπαφλέσσας, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος και τόσοι άλλοι, πολέμησαν τους Οθωμανούς αλλά και τους εαυτούς τους, σκότωσαν αντιπάλους στρατιώτες αλλά και τα δικά τους τ’ αδέρφια. Κι όσοι κατάφεραν να μείνουν ζωντανοί από κείνους τους “τρελούς” νόμο δεν καταλάβαιναν, πήγαν φυλακή, μαρτύρησαν και πολύ λίγοι έζησαν με δόξα και τιμή που άρμοζε σ’ ανθρώπους που λευτέρωσαν τον τόπο τους.

Ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής και όλοι οι άλλοι που δημιούργησαν τέχνη, πολιτισμό και σκέψη αφαιρετική θα κατανοούσαν απολύτως αυτή τη συμπεριφορά. Θα ένιωθαν τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων και θα τους ήταν ίσως απόλυτα κατανοητή η μοίρα των ανθρώπων αυτών. Όπως το ίδιο κατανοητή ήταν η θυσία των απλών παπάδων που με το ένα χέρι κρατούσαν το Σταυρό, το απόλυτο σύμβολο αγάπης και με το άλλο κρατούσαν το γιαταγάνι για να παίρνουν ζωές, πράττοντας ως άλλοι ημίθεοι.

“Για του Χριστού την Πίστη την αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία” έγραψε ο Στρατηγός – καλόγερος Μακρυγιάννης πως κίνησαν εκείνοι οι νηστικοί να τα βάλουν με μια αυτοκρατορία και χωρίς να έχουν κανενός τη φανερή στήριξη. Κι όταν οι Χιώτες που είχαν ένα σωρό προνόμια απ’ το Σουλτάνο εσφάγησαν σαν τα πρόβατα όταν σήκωσαν τη Σημαία της Επανάστασης, έγινε πλέον προφανές πως εκείνος ο αγώνας ήταν μεγαλύτερος από έναν απλό ξεσηκωμό ενός τυρρανισμένου και καταπιεσμένου λαού.

Όταν ο Άγγλος αριστοκράτης Λόρδος Μπάυρον ξεψυχούσε στο Μεσολόγγι, βρέθηκαν πολλοί ξένοι να συμμεριστούν την αγαθή του μοίρα και να συμπράξουν με άλλους που τυχοδιωκτικά έπαιξαν τη ζωή τους για να βρουν σε μια χώρα με ένδοξο όνομα αλλά ανύπαρκτο παρόν αξία και περιπέτεια. Η σύμπραξη των Μεγάλων Δυνάμεων και η Ναυμαχία του Ναυαρίνου κατέδειξαν πως ο αγώνας των Ελλήνων είχε εκτός από συμβολισμούς και ουσία πολιτική και στρατηγική. Η αρχή του τέλους για την Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έλθει κι ο αγώνας των τρελών Ελλήνων βόλεψε πολλούς αλλά στο βάθος χρόνου ανέτρεψε πολλές φορές τόσο τη λογική όσο και τα όποια συμφέροντα. “Oh, those bloody Greeks again”!

Άλλοι Έλληνες σήμερα στέκονται στα συνθήματα, άλλοι βρίσκουν προδότες, άλλοι σκέπτονται κι ενεργούν “διεθνιστικά” κι άλλοι τέλος θέλουν να ξαναζήσει ο Χίτλερ.

Αλλά στ’ αλήθεια ποιος Έλληνας επιθυμεί να ζει υποτελής, ποιος θέλει να τον κουμαντάρουν άλλοι μέσα στο ίδιο του τον τόπο και τέλος ποιος πραγματικά ζητάει να του κόψουν τη χαρά να ζήσει και να πεθάνει μέσα στην τρέλα του;

Λίγους τέτοιους θα βρούμε ανάμεσά μας. Γιατί πρέπει να το πάρουμε απόφαση, είμαστε είδος αλλιώτικο, άνθρωποι παράξενοι, ‘Εθνος “ανάδελφον”, πιστό σε παραδοσιακές αξίες που αγνοεί εσκεμμένα το θάνατο.

Με μια κουβέντα δε μοιάζουμε με κανέναν άλλο λαό. Είμαστε μονάχοι και καταραμένοι, να νικάμε ή να πεθαίνουμε.

Μοιραστείτε το
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.