εποσ 1940

Μια αληθινή ιστορία πολέμου, όπως την έζησε και τη διηγήθηκε ο Γιώργος Παλαιάκης που πολέμησε τους Ιταλούς στο Αλβανικό Πόλεμο και κατόπιν πήρε μέρος και στη Μάχη της Κρήτης.

 

 

 

Με αφορμή το σημερινό εορτασμό του Έπους του 1940, παραθέτουμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα συνέντευξης του Γιώργου Παλαιάκη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Π» τεύχος 148 του Σεπτεμβρίου 2011. Η αφήγησή του είναι πραγματικά συγκλονιστική. Θυμάται με απίστευτες λεπτομέρειες όλες τις στιγμές του πολέμου, λες και τα έζησε χθες.

Ο Γιώργος Παλαιάκης γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1918. Παρουσιάστηκε στη ΣΕΑΠ στις 18 Οκτωβρίου του 1939 και υπηρέτησε στο Πυροβολικό στο 43ο Σύνταγμα Πεζικού (11ος λόχος) Κρήτης στη ΣΕΑΠ. Όταν ήχησαν οι καμπάνες του πολέμου, επιβιβάστηκε από το ηράκλειο για το αλβανικό μέτωπο. Από τη μέρα εκείνη ξεκινάει μια αληθινή ιστορία πολέμου.

Αναχώρηση για Αλβανία. ∆ιάρκεια παραμονής πέντε μήνες

21 Νοεμβρίου 1940: «Πρωί –πρωί από το λιμάνι του Ηρακλείου 14 φορτηγά πλοία με τη συνοδεία αντιτορπιλικών επιβιβάζουν 3.500 στρατιώτες – όλοι από την Κρήτη – που υπηρετούσαν στη ΣΕΑΠ στο 43 Σύνταγμα, με προορισμό την Πρέβεζα. Έτσι μας είχαν πει τουλάχιστον στην αρχή κοντά στη Ντία. Η πορεία άλλαξε και τα πλοία έφτασαν στον Πειραιά. Κατεβήκαμε στον Πειραιά το πρωί, 21 Νοεμβρίου, θυμάμαι δεν είχε βρέξει καθόλου στην Κρήτη και όταν πατήσαμε το πόδι μας στον Πειραιά και συνταχθήκαμε στην προκυμαία άνοιξε ο ουρανός.

Με τα πόδια φτάσαμε στο Χαιδάρι δίπλα από το ∆αφνί, εκεί μας είπαν να καταυλιστούμε. Τα ρούχα μας θυμάμαι ήταν μούσκεμα και εμείς… Εκεί καθίσαμε δυο τρεις ήμερες, μετά πήγαμε στο Ρουφ και με το σιδηρόδρομο φτάσαμε στο Αμίντιο. Αυτή ήταν η πρώτη μας ταλαιπωρία. Όταν ήρθαν να μας παραλάβουν να πάμε στο τάγμα ήταν σκοτεινά και πέσαμε μέσα στα έλη. Ο λοχαγός, μας είπε να σταματήσουμε. Πλάτη- πλάτη στεκόμασταν Νοέμβριο μήνα μέσα στο χιονιά και περιμέναμε να ξημερώσει για να προσανατολιστούμε. Μόλις ξημέρωσε κατευθυνθήκαμε προς την Περδίκα – Αμιντίου εκεί στήσαμε και τα αντίσκηνά μας.

Μέχρι το άλλο πρωί το χιόνι είχε φτάσει στο ένα μέτρο. Μετά με τα πόδια φτάσαμε στην Αλβανία. Είχαμε έναν μέραρχο ο οποίος πολεμούσε μου φαίνεται την Κρήτη. Μας έξωσε πολλά. Μας εγύριζε γύρου-γύρου την Αλβανία. Στην Αλβανία, περάσαμε από τα Ιωάννινα, από τη μεσογέφυρα πριν τα αλβανικά σύνορα. Εμείς μέχρι τότε δεν είχαμε λάβει μέρος σε μάχη».

Μάχη Κλεισούρας

«Το Σύνταγμα το δικό μας, το 43ο, έλαβε μέρος στη Μάχη της Κλεισούρας. Εκεί επροβαίνανε οι Ιταλοί μέσα από το Τεπελένι και αν δεν προλαβαίναμε ήθελαν να αιχμαλωτίσουν όλη τη Μεραρχία. Συρνόμασταν μέσα στους λάκκους και πετούσαμε κουβέρτες στα ιταλικά τανκς. Οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν. Καταφέραμε κι αιχμαλωτίσαμε τέσσερα, επειδή μπέρδευαν οι κουβέρτες στις ερπύστριες. Εκεί έγινα στρατιώτης…».

Κεντρικό μέτωπο Τρεμπεσίνας, υψόμετρο 1.923μ

«Μετά την Κλεισούρα πήγαμε στην Τρεμπεσίνα, στο κεντρικό μέτωπο της Αλβανίας. Οι στρατιώτες μας ήταν στην κορφή της Τρεμπεσίνας. Ανεβήκαμε στην Τρεμπεσίνα στην κορφή και από εκεί η 3η διμοιρία που ήμουν εγώ στην 3η πολυβολαρχία κατεβήκαμε προκεχωρημένο φυλάκιο στην Άρτζα ντι Σόμπρα. Τότε η απόφαση ήταν στη σύσταση του λόχου να υπάρχει και μια διμοιρία. Μαζί με τον 11ο λόχο του 43ου Συντάγματος πήγαμε στην πρώτη γραμμή.

Στις μάχες που δόθηκαν σε εκείνο το μέτωπο είχε έρθει και ο Μουσολίνι για να εμψυχώσει τους δικούς του. Στο μέτωπο ήρθε στις 7 Μαρτίου του 1941 και έφυγε στις 14. Στις μάχες της Τρεμπεσίνας κάναμε την πανωλεθρία των Ιταλών. Πιάσαμε 750 Ιταλούς αιχμαλώτους. Εξαιτίας των μαχών των Κρητικών, ο Μουσολίνι αναγκάστηκε να μας ρίξει προκηρύξεις γράφοντας: «Κρήτες στρατιώτες παραδοθείτε και θα σας δώσω 500 δραχμές και θα σας πάω και στην Κρήτη». ∆εν παραδόθηκε κανείς.

Την πρώτη βραδιά που κατεβήκαμε προκεχωρημένο φυλάκιο ο λοχαγός έκανε λάθος και προχωρούσαμε πιο μπροστά από τους Ιταλούς. Τους είχαμε στα δεξιά και στα αριστερά μας. Για καλή μας τύχη ένας Αλβανός ή Έλληνας, δε θυμάμαι, μας είπε:

«Πού πάτε; Από εδώ και από εκεί, έχει Ιταλούς. Κρυφτήκαμε μέσα στους βράχους και δεν περνάμε ούτε την αναπνοή μας. Όταν νύχτωσε, είπα στο λοχαγό ότι είμαστε περικυκλωμένοι από ιταλικά πολυβόλα. Αυτός ισχυριζόταν ότι ήταν του 10ου λόχου. Εγώ επέμενα επειδή υπηρετούσα 12 μήνες στα πολυβόλα και τα καταλάβαινα από τον κρότο τους ότι δεν ήταν δικά μας. Ευτυχώς ο λοχαγός κατάλαβε το λάθος του και όταν νύχτωσε ανεβήκαμε στο γύρω του χωριού και πήγαμε σε μια χαράδρα κοντά σε ένα μονοπάτι και φτιάξαμε τα χαρακώματά μας. Όπως αποδείχτηκε το μέρος ήταν ευνοϊκό για εμάς.

∆εν είχαμε προλάβει να ανοίξουμε τα πολυβολεία μας όταν το βράδυ μας έκαναν επίθεση. Εγώ με το πολυβόλο μου έριξα εκατό σφαίρες και σκότωσα τριάντα νομάτους… Στη διάρκεια αυτής της ψευτοεπίθεσης άρχισε να ρίχνει κοκοσάλι και βροχή. Και γινήκαμε παπί. Μάλιστα αναρωτιόμασταν αν και οι Ιταλοί έλεγαν το ίδιο. ∆εν έφταναν όλα τα άλλα, είχαμε και τη βροχή.

∆υο-τρεις ημέρες μετά έγινε και η γενική επίθεση υπό τις οδηγίες του Μουσολίνι. Είχαμε φτάσει παραπάνω από 300 χιλιόμετρα μέσα στην Αλβανία.

Αρχινάει η επίθεση τέσσερις η ώρα τη νύχτα. Αυτοί ήταν χιλιάδες, εμείς ήμασταν λίγοι. Λέγεται ότι έβαλαν εναντίον μας με 480 πολυβόλα. ∆εν μπορούσαμε να σηκώσουμε ούτε την κεφαλή μας. Και μόνο το κρότος να ήθελες να ακούς δεν ήθελες τίποτα άλλο. Έπεφταν οι οβίδες δίπλα μας, δεξιά και αριστερά.

Η μεραρχία μας αποτελούνταν από τρία Συντάγματα το 43ο, το 44ο και το 14ο και μια μοίρα ορειβατικού πυροβολικού των Χανίων. Τα πυροβόλα αυτά είναι σαν αυτά που βλέπετε στο μνημείο της Μάχης της Κρήτης. Οι Ιταλοί προχωρούσαν με αναμμένα τα φώτα τη νύχτα. Χιλιάδες αυτοκίνητα δεν τους πιάνανε τα πολυβόλα μας.

Στη συνέχεια ο κ.Παλαιάκης θα διηγηθεί όλα όσα συνέβησαν όταν ξημέρωνε η 10ηΜαρτίου του 1941 όπου η μάχη ήταν «στήθος- στήθος» με 25 μέτρα απόσταση από τον εχθρό. Οι δικοί μας σώθηκαν, όσοι σώθηκαν κατά τύχη, διότι οι Ιταλοί με τα βομβαρδιστικά τους «έχασαν» το στόχο και σκότωσαν πάνω από 1000 Ιταλούς στρατιώτες.

«….Φωνάζοντας «αέρα αέρα» καταφέραμε και πιάσαμε 180 αιχμάλωτους. Τους αιχμαλώτους τους χρησιμοποιήσαμε για να κουβαλήσουν τους τραυματισμένους στρατιώτες μας προς την Τρεμπεσίνα. Από την Τρεμπεσίνα, από εκεί που ήταν η έδρα του Συντάγματος, για να ανεβούμε το βουνό βαδίζαμε 6 ώρες ανήφορο και έξι ώρες κατήφορο. Ο ανήφορος δεν μας εσκότωσε όπως ο κατήφορος. Ο κατήφορος διέλυε τα γόνατά μας…

Στη διάρκεια αυτής της τελευταίας μάχης εμένα δεν με καλύπτανε. Είχα βρει μια αγριοροδαριά και έσκαψα μέσα και έβαλα το πολυβόλο και δε φαινόμουνα. Στο διπλανό πολυβόλο, του λόχου του δικού μας, ήπεσε μέσα ο όλμος και σκοτωθήκανε και οι τρεις. Στο δικό μας έπεσε ο όλμος πάνω στο πολυβόλο και έσπασε.

Τραυματιστήκαμε αλλά δεν σκοτωθήκαμε. Έχω καμιά εβδομηνταριά θραύσματα. Μερικά τα έχω ακόμα στο κορμί μου. Τους αιχμαλώτους τους πήγαμε στην έδρα του Συντάγματος. Αρχίσανε αυτοί με τη φυσαρμόνικα να παίζουν «το κορόιδο Μουσολίνι». Για μια στιγμή ξεχάσαμε το στραπάτσο που έγινε εκεί…».

Οι Ιταλοί χτυπάγανε ανελέητα ακόμα και τα αυτοσχέδια χειρουργεία , οι περιπέτειες πολλές, σαν τα βλέπεις ταινία. Μόνο που η ταινία δεν έχει πόνο. Ο Γιώργος Παλαιάκης μαζί με το γεμιστή του Αντώνη Φραγκάκη από το Νιπιδιτό, παίρνουν το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια , μέσα στο χιόνι. Οι βομβαρδισμοί των Ιταλών δεν έλεγαν να σταματήσουν . Πολλά νέα παλικάρια θα πεθάνουν εκεί.

«…Τελικά με ένα ελληνικό φορτηγό φτάσαμε στο πεδινό πυροβολικό και φάγαμε κριθαράκι. Εμείς είχαμε να φάμε πέντε μήνες ζεστό φαγητό και μας έδωσαν λίγο για να μην μας θερίσει το στομάχι, και ένα πορτοκάλι αξέχαστα. Πέρασε το νοσοκομειακό και έτσι φτάσαμε στα Ιωάννινα.

Τι τρώγαμε πέντε μήνες; Άσε μην τα ρωτάς. Τρόφιμα υπήρχαν αλλά με τόσο χιόνι πώς να μας τα φέρουν. Ενάμισι, δύο μέτρα χιόνι. ∆εκαπέντε – είκοσι βαθμοί υπό το μηδέν. Από το γιλεό μου, σαν τους σταλαχτίτες κρεμόταν ο πάγος και έφτανε στο έδαφος. Τα γένια μας ήταν παγωμένα, τα χέρια μας τα πόδια μας… Ακόμα φοράω μάλλινες κάλτσες χειμώνα καλοκαίρι. Ήθελαν να μου κόψουν τα δάχτυλα αλλά δεν τους άφησαν. Από τότε δεν έχω κοιμηθεί καλά ξανά το βράδυ. Άσε μην τα ρωτάς…

Οι καημένοι οι οδηγοί μας πήγαιναν με σβηστά τα φώτα γιατί αν τα άναβαν θα τους σκότωναν τα αεροπλάνα. Εμείς δεν είχαμε τίποτα μπροστά τους. Στα Ιωάννινα στην Ακαδημία όπου πήγαμε έμεινα δυο ημέρες. Ούτε να με πλύνουν δεν προλάβαιναν και ήμουν εκεί με τα αίματα. Έθεσα στο λευκό σεντόνι να κοιμηθώ και οι ψείρες έκαναν παρέλαση… έκανα καιρό να απαλλαγώ από δαύτες παρά το γεγονός ότι κάθε εβδομάδα μας κούρευαν…»

Ο Γιώργος Παλαιάκης θα περάσει από τα Ιωάννινα το Αγρίνιο την Άρτα την Αμφιλοχία τον Πειραιά. Οι λεπτομέρειες πολλές… ο ίδιος ακόμα μνημονεύει μια γυναίκα με κομμένο πόδι στην Άρτα που τους τάισε όταν έφτασαν εκεί και μαζί με άλλες κοπελιές τους κουβάλησαν στις πλάτες τους και τους μετέφεραν στο νοσοκομείο της περιοχής.

Στις 6 Απριλίου(1941) οι Γερμανοί μας κηρύσσουν τον πόλεμο στις 28 θα μπουν στην Αθήνα, αντίσταση δε βρήκαν, όλος ο στρατός ήταν στην Αλβανία. Οι Γερμανοί δεν «άφησαν ούτε πέτρα όρθια στον Πειραιά» και 500 κρητικοί μεταφέρονται στα Μέγαρα για να βρουν τρόπο να έρθουν στο νησί.

Ο στρατιώτης Γιώργος Παλαιάκης από τις 11 Μαρτίου που έφυγε από την Αλβανία θα φτάσει στη Ρογδιά στις 19 Απριλίου Πάσχα.

«…Πήγα στο σπίτι μας, δεν ήταν κανείς. Ήταν όλοι στην εκκλησία. Μπήκα μέσα και σταμάτησε η λειτουργία. Η μάνα μου έκλαιγε, έπεσε πάνω μου και με αγκάλιασε, με είχε για πεθαμένο».

Η Μάχη της Κρήτης, 20 Μαΐου 1941

«Ξεκίνησαν να πέφτουν οι Γερμανοί από τον Ξηροπόταμο μέχρι το Γιόφυρο. Εκείνη την εποχή, από τη Χανιώπορτα και έξω, δεν υπήρχε κανένα σπίτι, όλα ήταν σπαρτά και μέχρι τα Καμίνια. Όλη τη νύχτα γέμιζα και έπαιζα με το πυροβόλο μου.

Τα αγγλικά πλοία είχαν ανάψει τους προβολείς και δεν αφήναμε κανέναν να ξεμυτίσει. Τους σκοτώναμε όλους. Από τον Ξηροπόταμο μέχρι το Γιόφυρο τους έπιανε όλους το πυροβόλο μου. Τετρακόσιους με τετρακόσιους πενήντα είχαμε θάψει στο Γιόφυρο από κάτω. Εκεί που τώρα είναι του Αναστασάκη οι ξυλαποθήκες. Από εκεί τους πήραν μετά, τους ξέθαψαν και τους πήγαν στο Μάλεμε.

Πολεμάγαμε με ό,τι είχαμε, έπρεπε να φύγω από εκεί που είμαι να βρω ύψωμα. Εκεί, στη σιδερένια γέφυρα (στο ύψος της ΕΡΤ) που είχαν φτιάξει οι Άγγλοι, μάλωσα με το λοχαγό γιατί ήθελε να πάμε στο λάκκο και εγώ αντιδρούσα, ήθελα ύψωμα.

Κατεβήκανε από τα Καμίνια, στον Άγιο ∆ημήτριο, πήγαμε στη Χανιώπορτα. Ήρθανε οι Γερμανοί και βάζαμε τους όλμους, στο μπεντένι, που είναι σήμερα τα λεωφορεία, ήταν 15 μέτρα ακόμα στο βάθος. Έπεφταν οι πυροβολισμοί, έπεσα από το μπεντένι και ήμουν άοπλος. Βρήκα ένα γκρα, σκαρφάλωσα ξανά και βρήκα και άλλες σφαίρες.

Εκεί είδα να έρχεται ο ταγματάρχης Εμμανουήλ Πετεινάκης από τις Αρχάνες και με άλλους μαζί, τους ακολούθησα. Ο Πετεινάκης έβγαλε ένα σημειωματάριο να γράψει αυτούς που ήθελαν να τον ακολουθήσουν. Μετά το έβαλε στο τσεπάκι του. «Όποιος θέλει ας ακολουθήσει», είπε. Πήγαμε όλοι μαζί του καμιά πενηνταριά στρατιώτες αν θυμάμαι καλά. Στην Καινούργια Πόρτα ήταν τέσσερις Γερμανοί ταμπουρωμένοι και τους σκοτώσαμε.

Στη Χανιώπορτα έπεσε και ένας όλμος και την τρύπησε. Ήταν εκεί και δυο ανθυπολοχαγοί που είναι θαμμένοι στον Άγιο Τίτο.

Σαράντα πέντε Γερμανοί ήταν ταμπουρωμένοι και στου Κωνσταντιδή το σπίτι στον Άγιο ∆ημήτριο. Είδαμε μια διμοιρία Άγγλων να έρχεται από το δρόμο του Μεγάρου. Μαζί με τους Άγγλους τους αναγκάσαμε να παραδοθούν. Είχαν μαζί τους και ένα πολυβόλο μεγάλο βαρύ 300 οκάδες. Τους πήγαμε στο Φρουραρχείο στου Νικηφόρου Φωκά απέναντι από το Ειρηνοδικείο. Να ξέρετε ότι αυτά τα κτήρια στην 25ης Αυγούστου τα έχτισαν οι Άγγλοι στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και ήταν στρατώνες. Εκεί πήγα έξι Γερμανούς μαζί με το πολυβόλο το οποίο κουβάλαγαν.

Κατά τη διάρκεια της αφήγησης ανέφερε πάρα πολλά στοιχεία ο κ. Γιώργος, μεταξύ αυτών αναφέρθηκε στην ύπαρξη στρατοπέδου στο Τσαλικάκι όπου είχαν μεταφερθεί γυναικόπαιδα, αλλά και στα σενάρια που κυκλοφορούσαν ότι οι Γερμανοί θα παραδοθούν. ∆εν είχαν φτάσει ακόμα τα μαντάτα από τους υπόλοιπους νομούς, ούτε οι ήξεραν ότι οι Γερμανοί στρατιώτες δεν είναι σαν τους Ιταλούς.

30 Μαΐου 1941 απόγευμα

«Κάποια στιγμή απομακρύνθηκα από τον Πετεινάκη και βρέθηκα στα Καμίνια στο ύψος της 62 Μαρτύρων εκεί που είναι σήμερα η Τράπεζα Πειραιώς. Ένας Γερμανός έπεσε με το αλεξίπτωτο και κρεμάστηκε στο διπλό στύλο που ήταν εκεί.

Τον τελευταίο Γερμανό που έπεσε τον σκότωσα κρεμασμένο. Μετά έπεσα αναίσθητος από τις ριπές των Γερμανών. Μια σφαίρα με βρήκε στο κεφάλι. Ευτυχώς που φόραγα ένα καινούργιο κράνος που είχα βρει, αλλιώς θα ξεκαπάκωνε η κεφαλή μου. Αυτό με έσωσε.

Πανάνειο ∆ημοτικό Νοσοκομείο Ηρακλείου

Σοβαρά τραυματισμένος ο 21χρονος τότε στρατιώτης μεταφέρεται, άγνωστο πώς, στο Πανάνειο, όπου παρέμεινε για πέντε μήνες. Εκεί τον είχαν για πεθαμένο και τον ετοίμαζαν για να τον μεταφέρουν στο νεκροτομείο. Ποια δύναμη τον βοήθησε, δεν γνωρίζω, και άνοιξε τα μάτια του. ∆εν πέθανε ούτε όταν μετά την εγχείρηση που του έκανε ο Νικόλαος Κασάπης (διευθυντής τότε του νοσοκομείου) για να του αφαιρέσει τη σφαίρα από το κεφάλι.

Ούτε όταν η τομή γέμισε σκουλήκια επειδή σαράντα μέρες δεν είχε κάνει αλλαγή. ∆εν είχαν γάζες, δεν είχαν τίποτα. Τα σεντόνια έκοβαν κομματάκια. Άντεξε και την πείνα. Θυμάται ότι είχε να πιει νερό δέκα ημέρες. Στη συνέχεια κατά κάποιο τρόπο φυγαδεύτηκε και τη γλίτωσε από τους Γερμανούς που κάθε ημέρα πήγαιναν και μάζευαν τους στρατιώτες που έγιαναν.

«Το σακάκι που φορούσα μου το πήραν, είχα ένα πεντακοσάρικο μέσα. ∆ε με νοιάζει που μου πήραν το σακάκι, μα που πήραν το ημερολόγιό μου και τη ζωστήρα και μου έπεφτε το παντελόνι. Εμείς όλοι είχαμε απομείνει μισοί. Ούτε ο πόνος με ένοιαζε, δεν τον ένιωθα. Μια νοσοκόμα με έσωσε, με πότιζε λίγο λίγο με χαμομήλι. Στις 22 ημέρες που ήμουν στο νοσοκομείο ήρθε η μάνα μου με ένα σημείωμα, είχε βρει τη γυναίκα του γιατρού, ήταν Γερμανίδα, και με εγχείρησε ο Κασάπης ο γιατρός από το Λασίθι. (ο Νικόλας Κασάπης, 1873-1970, ήταν ένας έμπειρος ιατρός και πρωτοποριακός για την εποχή, από την Κωνσταντινούπολη. Έφτασε στην Κρήτη ως πολιτικός εξόριστος και εγκαταστάθηκε στο Λασίθι).

∆ε θα ξεχάσω ότι πριν με δέσουν για να μου βάλουν αιθέρα μου είπε: «Από την Αυστρία έφερα την ξυριστική μηχανή και έτυχε να την εγκαινιάσω στου Ρογδιανού την κεφαλή». Σκουλήκια είχε μαζέψει η πληγή, 40 μέρες ήταν με τις γάζες, χωρίς αλλαγή, με είχαν πετάξει, μας είχαν για πεθαμένους, εκεί γινότανε χαμός από τους τραυματίες. Ερχότανε οι Γερμανοί και έπαιρναν τους στρατιώτες που ανάρρωναν, εγώ τη γλίτωσα. Ο συγχωρεμένος ο Γιαμαλάκης (πρώτος διευθυντής του νοσοκομείου) με έσωσε μια φορά, κατά κάποιο τρόπο φυγαδεύτηκα.

Ο επίλογος

Από το στρατό ο κ. Παλαιάκης απολύθηκε στις 29 Γενάρη του 1945. Κάλεσαν την ηλικία του και πήγε να καταταχθεί στο σύνταγμα της ΣΕΑΠ. Του είπαν ένα «αρκετά πολέμησες» και απολύθηκε ως ανάπηρος πολέμου…

Πηγή: madeincreta.gr