σσε

«Η Ιστορική διαδρομή της Σχολής Ευελπίδων και η διαχρονική προσφορά των Ελλήνων Αξιωματικών στους Αγώνες του Έθνους», του Δρ Ιωάννη Μουρέλου [η ομιλία του κου Καθηγητή στην Ακαδημία Αθηνών]

 

 

Στις 19 Οκτωβρίου 2018 η Ακαδημία Αθηνών  συγκάλεσε Έκτακτη Πανηγυρική Συνεδρία προς τιμήν της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων για την συμπλήρωση των 190 χρόνων από την ίδρυσή της.


Πανηγυρική Συνεδρία Ακαδημίας Αθηνών προς τιμήν της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων


 

Παρακάτω, παρατίθεται αυτούσια η ομιλία του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.  Ιωάννη Μουρέλου. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ

 

«Η Ιστορική διαδρομή της Σχολής Ευελπίδων

και η διαχρονική προσφορά των Ελλήνων Αξιωματικών στους Αγώνες του Έθνους»

Κυρίες και Κύριοι,

 Στην Ιστορία του ο Θουκυδίδης παρεμβάλλει ένα μνημειώδες εγκώμιο, τον Περικλέους Επιτάφιο, όπου εξυμνεί τα πολιτικά, κοινωνικά, πολεμικά και πνευματικά επιτεύγματα της αθηναϊκής πολιτείας. Δεν υπάρχει ίσως άλλο κείμενο, που να αναδεικνύει τόσο εύγλωττα το βαθύτερο πνεύμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρημένης στο σύνολό της. Δεν υπάρχει ίσως άλλο κείμενο, που να αποδίδει με τέτοιο μέτρο και με τόση αξιοπρέπεια την εικόνα ενός πολιτισμού και ενός πολιτεύματος. Η Αθήνα υψώνεται μοναδική και ασύγκριτη, με ένα μεγαλείο αξεπέραστο, πραγματικό σημείο αναφοράς, συνάμα όμως και βαριά κληρονομιά για τις γενιές που έπονται.

Ο Επιτάφιος όμως προσβλέπει και σε έναν άλλο στόχο. Μέσα σε μια κρίσιμη συγκυρία, μια συγκυρία γεμάτη σπαραγμό, εκείνη του Πελοποννησιακού πολέμου, επιχειρεί να εμφυσήσει ελπίδα, δύναμη και σθένος στους δοκιμαζόμενους Αθηναίους. Ο λόγος του Περικλή δεν απευθύνεται μόνο στο νου, αλλά και στο συναίσθημα. Ωθεί τους συμπολίτες του να συνειδητοποιήσουν ότι δεν αρκεί να απολαμβάνει κανείς τα αγαθά του υψίστου πολιτεύματος, εκείνου της δημοκρατίας.

Οφείλει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να υπερασπισθεί το πολίτευμα αυτό ακόμα και με τη ζωή του εάν χρειασθεί. «Κράτιστοι δ αν την ψυχήν δικαίως κριθείεν οι τα τε δεινά και ηδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες και δια ταύτα μη αποτρεπόμενοι εκ των κινδύνων», αναφωνεί σε κάποιο σημείο ο Περικλής.

Στη γνωστή μετάφραση του Επιταφίου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το συγκεκριμένο χωρίο αποδίδεται ως εξής: «Εκείνοι, άλλωστε, θα εθεωρούντο δικαίως ως έχοντες μεγίστην ευψυχίαν, όσοι, μολονότι έχουν καθαρωτάτην αντίληψιν και των δεινών του πολέμου και των τερπνών της ειρήνης, δεν υποχωρούν εν τούτοις απέναντι των κινδύνων».

Αιώνες ολόκληρους αργότερα, τον Οκτώβριο του 1940, μέσα στον ενθουσιασμό της πανεθνικής κινητοποίησης, ο Κωστής Παλαμάς, ορμώμενος από το πνεύμα του Θουκυδίδη και έχοντας απόλυτη συναίσθηση της κρίσιμης συγκυρίας, απευθύνθηκε στο λαό με τους εξής στίχους:

«Η μεγαλωσύνη στα έθνη δε μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα

Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα

Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του εικοσιένα».

Γενναιόψυχο συνεπώς είναι το έθνος εκείνο, το οποίο γνωρίζει σε βάθος τους κινδύνους που ελλοχεύουν.Δεν διστάζει, ωστόσο, να δώσει τον υπέρ πάντων αγώνα για να υπερασπισθεί τα αγαθά της ζωής και του πνεύματος. Γενναιόψυχο είναι το έθνος εκείνο, το οποίο διαθέτει κρίση και μνήμη, το έθνος εκείνο, το οποίο δεν μετρά  ποσοτικά  το μεγαλείο της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας.

Πράγματι, ένας εμπνευσμένος λόγος είναι σε θέση να μετουσιώσει την αμηχανία σε ζωτική δύναμη, την αβεβαιότητα σε πάλλοντα ενθουσιασμό. Εάν σας επέβαλα το προοίμιο αυτό, είναι για δυο λόγους. Για να αποκαταστήσω μια συνέχεια ανάμεσα στην εξαιρετική ομιλία, η οποία μόλις προηγήθηκε, αλλά και για να σκιαγραφήσω το προφίλ εκείνου, που αναλαμβάνει την ευθύνη να διαπλάσει αλλά και να εμπνεύσει νέους ανθρώπους, που φιλοδοξούν να σταδιοδρομήσουν ως Αξιωματικοί στο χώρο των ΕΔ.

Τους νέους, τους οποίους πρώτος ο Ιωάννης Καποδίστριας ονόμασε χαρακτηριστικά “Ευέλπιδες” αυτούςδηλαδή που ενσαρκώνουν τις ελπίδες του Έθνους και της Πατρίδας, αποφασισμένοι να υπερασπιστούν την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική ανεξαρτησία με την ίδια τους τη ζωή, εάν χρειαστεί.

Στην ιστορική διαδρομή των 190 χρόνων της Σχολής, χαρακτηριστικότερο, παράδειγμα ηρωισμού, αποτελεί  η  αυθόρμητη συστράτευση των πρωτοετών Ευελπίδων στις δύσκολες από κάθε άποψη ημέρες του Απριλίου και Μαΐου του 1941. Αφού παρέλαβαν τη σημαία της Σχολής, με δική τους πρωτοβουλία διέφυγαν στην Κρήτη παραβαίνοντας εντολές και κάτω από αντίξοες συνθήκες, για να δώσουν το παρόν με ηρωισμό και αυτοθυσία και σ΄ αυτόν τον αγώνα σηματοδοτώντας με την παρουσία τους την τελευταία αναμέτρηση με τους Γερμανούς.

Αναφερόμενος στην ηρωική απόφαση των νεαρών Ευελπίδων, ο τότε Επιτελάρχης της Στρατιωτικής Διοικήσεως Αθηνών, που μετέβη στη Σχολή προκειμένου να τους μεταπείσει, εκφράστηκε ως εξής: «Ουδείς μπορεί να τους μεταπείσει, αλλά και ουδείς έχει το δικαίωμα να στερήσει από τους νεαρούς Ευέλπιδες τη θέληση να πολεμήσουν ως επιθυμούν δια την πατρίδα».

Ο θεμέλιος λίθος για την ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων τέθηκε την 1η Ιουλίου 1828, όταν κατόπιν απόφασης του Ιωάννη Καποδίστρια λειτούργησε στο Ναύπλιο στρατιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, με την προσωρινή επωνυμία «Λόχος των Προγυμναστών».  Επιδίωξη του  διορατικού και ελπιδοφόρου πρώτου  Κυβερνήτη της Ελλάδας ήταν η δημιουργία του πρώτου πυρήνα μορφωμένων Αξιωματικών για τη στελέχωση του νεογέννητου τακτικού στρατού, ακολουθώντας τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Ο  νέος  στρατός  δημιουργήθηκε  από  το  μηδέν,  χωρίς  δηλαδή  καμία  φεουδαρχική  παράδοση  και  με  ξένη  ηγεσία  αρχικά  και  αργότερα  από  αποφοίτους  Αξιωματικούς  της  Σχολής  Ευελπίδων.

Στο πέρασμα των χρόνων η Σχολή άλλαξε διάφορες τοποθεσίες για ποικίλους λόγους αύξηση τους αριθμού των μαθητών, παλαιότητα των κτηρίων, κ.λ.π . Ως εκ τούτου, μετά το Ναύπλιο η Σχολή λειτούργησε κατά σειρά στην Αίγινα, στον Πειραιά, στο Πεδίο του Άρεως και σήμερα στη Βάρη της Αττικής, όπου μετακόμισε στις 2 Σεπτεμβρίου 1982.

Αλλαγές υπέστησαν και οι στολές των Ευελπίδων τόσο οι καθημερινές όσο και εκείνες που φορούσαν κατά την έξοδο, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα επιμελημένες και σε πολλές περιπτώσεις εντυπωσιακές. Έτσι, η χαρακτηριστική και πλέον αναγνωρίσιμη μπλε στολή με το κολλάρο και τα κίτρινα παραρράμματα φορέθηκε, για πρώτη φορά, από τους Ευέλπιδες τον Μάιο του 1868.

Επιπλέον αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, 4 Αξιωματικοί απόφοιτοι της Σχολής,  κέρδισαν ολυμπιακά μετάλλια, ενώ η  Γενική Διεύθυνση του  Ολυμπιακού Σταδίου είχε ανατεθεί  στον τότε Δκτή της Σχολής.

Η στρατιωτική εκπαίδευση των Ευελπίδων διαμορφωνόταν ανάλογα λαμβανομένου υπόψη των πολεμικών εμπειριών που είχε αποκτήσει ο Ελληνικός Στρατός και των επιρροών από ξένα στρατιωτικά δόγματα. Ως εκ τούτου, το 1914 οι εκπαιδευτικοί προσανατολισμοί της Σχολής άλλαξαν ριζικά, δίνοντας πλέον βαρύτητα τόσο στην εξοικείωση των Ευελπίδων στις συνθήκες που προσομοίαζαν το πεδίο της μάχης όσο και στην απόκτηση γνώσεων της τακτικής του Πεζικού και του Ιππικού.

Το 1926 το «Στρατιωτικόν Σχολείον των Ευελπίδων» μετονομάστηκε σε Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ενώ της απονεμήθηκε, για πρώτη φορά, Πολεμική Σημαία, για τις υπηρεσίες της κατά τη διάρκεια των πολέμων της περιόδου 1912-1922. Σύμβολο τιμής και κειμήλιο ιερό των παραδόσεων και των ιδανικών της Σχολής, αποτελεί η  επί τέσσερις φορές παρασημοφορημένη Πολεμική της Σημαία, που κυματίζει σε κάθε τελετή και παρέλαση.

Κατά τη διάρκεια των πολεμικών περιόδων η Σχολή διέκοπτε, κατά περίπτωση, τη λειτουργία της, ενώ οι Ευέλπιδες τοποθετούνταν με διάφορους βαθμούς (ανθυπολοχαγοί, ανθυπασπιστές κ.λπ.) σε μονάδες εκστρατείας.

Ο ακαδημαϊκός χαρακτήρας της Σχολής συμβαδίζει με το στρατιωτικό, υλοποιώντας τους δύο βασικούς πυλώνες της. Παρ’ όλα αυτά, μόλις τον Αύγουστο του 1961 η Σχολή θεωρήθηκε ως Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, ισότιμο, αν και αρχαιότερο, με τα υπόλοιπα ιδρύματα της χώρας.

Το 1983 καταργήθηκε οριστικά ο παραδοσιακός τρόπος εισαγωγής των υποψηφίων, με ιδιαίτερες εξετάσεις, στη Σχολή, η οποία εντάχθηκε στο σύστημα των Πανελληνίων Εξετάσεων.

Τηρώντας έμπρακτα την εφαρμογή της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων ως σύγχρονο Ανώτατο Στρατιωτικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, το 1991 εισήχθησαν στη Σχολή οι πρώτες τρεις γυναίκες, γεγονός που αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη μακροχρόνια ιστορία της, ενώ στη συνέχεια σημειώθηκε αυξητική τάση των γυναικών για εισαγωγή στη Σχολή.

Το 2003, βάσει του νόμου υπ’ αριθμ. 3187, συντελέστηκε μια σπουδαία και συνάμα καινοτόμα μεταβολή του Οργανισμού της Σχολής, με την οποία η Σχολή χαρακτηρίστηκε, όπως και οι λοιπές παραγωγικές Σχολές (Ναυτικών Δοκίμων και Ικάρων), ως Ανώτατο Στρατιωτικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, υιοθετώντας, σε γενικές γραμμές, τη λειτουργική δομή των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης.

Είναι αξιομνημόνευτες και σημείο ιστορικής αναφοράς οι παραδόσεις της Σχολής, που έχουν δημιουργηθεί μέσα στο πέρασμα του χρόνου, μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, από τάξη σε τάξη, αποτελώντας ανεκτίμητο τμήμα της καθημερινότητας και διαμορφώνοντας τη νοοτροπία των Ευελπίδων και μετέπειτα αξιωματικών.

Η λεπτομερής τήρηση του προγράμματος, η αυστηρή πειθαρχία, η επιβράβευση της αριστείας και της διάκρισης,  στη διαγωγή, στα μαθήματα και στον αθλητισμό, καθώς και η ύπαρξη στρατιωτικής ιεραρχίας για όλους Ευέλπιδες, όπως αρχαιότητα τάξεων, αρχαιότητα μεταξύ συμμαθητών, αποτελούν βασικούς πυλώνες της λειτουργίας της Σχολής και στοιχεία του στρατιωτικού χαρακτήρα και της δεοντολογίας της.

Κυρίες και κύριοι,

Το 1928, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από την ίδρυση της Σχολής, η Ακαδημία Αθηνών, το Ανώτατο Πνευματικό Ίδρυμα της χώρας, σε πανηγυρική συνεδρίασή της, στην οποία παρέστη ο τότε πρωθυπουργός  της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος  καθώς και η πολιτική και στρατιωτική  ηγεσία της χώρας μας, της απένειμε το πρώτο της βραβείο,  το Χρυσό Μετάλλιο, το οποίο αποτέλεσε και αποτελεί την ύψιστη ηθική αμοιβή  για την πολύτιμη προσφορά  της στο Έθνος.

Απόψε 90 χρόνια μετά, τιμάται από την Ακαδημία Αθηνών, η λειτουργία και προσφορά της Σχολής  στη Πατρίδα για 190 χρόνιαμέσα σε μια από τις πιο κρίσιμες για το Έθνος μας συγκυρίες για πολλούς και διαφόρους λόγους:

Γιατί βρισκόμαστε σε μια περιοχή του κόσμου, όπου συγκρούονται στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα.

Γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή τεχνοκρατικού πολιτισμού, όπου ο ανθρώπινος ηρωισμός παίζει μικρό μόνο ρόλο και είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουμε μια τεχνολογία τέτοια, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να εξαρτάμε την άμυνα μας από άλλους.

Γιατί ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος δίχως ηθική, απαξιώνοντας αρχές και αξίες και αποδομώντας συστηματικά τη σχέση του ανθρώπου με το ιστορικό του παρελθόν.

Γιατί έχουμε αφεθεί αμέριμνα στις συνθήκες μιας εύκολης ζωής, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, που αμβλύνει τις ικανότητές μας και δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Αν το πρώτιστο αγαθό για ένα λαό είναι να έχει την ελευθερία του, δεν πρέπει όμως κοντά σ’ αυτό να ξεχνά, ότι όλες οι άλλες ελευθερίες, η πολιτική, η οικονομική, η ελευθερία της γνώμης κλπ που είναι απαραίτητο να υπάρχουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία για να διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός κάθε ανθρώπου, όλες αυτές οι ελευθερίες παύουν αυτόματα να υπάρχουν όταν καταλυθεί η ελευθερία του κράτους.

Πολλές, όμως, φορές, οι επί μέρους αυτές ελευθερίες, όταν δεν καθοδηγούνται από τη φρόνηση και το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης, με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που δημιουργούν, αμβλύνουν την ενότητα ενός έθνους και προετοιμάζουν την καταστροφή του.

Μέσα σε αυτό το ρευστό πλαίσιο, όπου η Ελλάδα δίνει έναν πολυεπίπεδο, διαρκή αγώνα στα εθνικά και διεθνή ζητήματα, οι Ένοπλες Δυνάμεις με τη συνεχή  παρουσία τους σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, είναι παράγοντας ασφάλειας, αποτροπής, ευημερίας και σταθερότητας.

Το έργο των Ενόπλων Δυνάμεων  είναι  δύσκολο και κοπιώδες αλλά εξόχως τιμητικό,  που φέρεται εις πέρας νυχθημερόν, με θάρρος, περίσσια τόλμη και με πολύ ιδρώτα, ακόμα και με απώλειες ζωών σε περίοδο ειρήνης, το  οποίο  δεν προσμετράται απλά με αριθμούς και στατιστικά στοιχεία.

Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων ανέκαθεν υπήρξε και εξακολουθεί να είναι το λίκνο, μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε το Σώμα των μονίμων Αξιωματικών του Στρατού μας. Προσέφερε βαρύ φόρο αίματος στο βωμό της Πατρίδας δια των αποφοίτων Αξιωματικών, αλλά και των Ευελπίδων που θυσίασαν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς και τα παιδιά μας σήμερα ελεύθεροι.

Στα εθνικά σαλπίσματα και προσκλητήρια των 2 αιώνων ιστορίας της Σχολής 736 αξιωματικοί και 65 Ευέλπιδες έπεσαν ηρωικά υπέρ Πατρίδος και χιλιάδες τραυματίσθηκαν και απώλεσαν τη σωματική τους ακεραιότητα. Όλοι αυτοί αποτελούν για εμάς φωτεινό παράδειγμα και οφείλουμε να αποτίουμε τον προσήκοντα φόρο τιμής.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούν τα λόγια του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και εξέχοντος μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, Κωνσταντίνου Τσάτσου, τα οποία αντικατοπτρίζουν απόλυτα αυτό ακριβώς που πρεσβεύει η Σχολή

 «…Σχολή των Ευελπίδων! Δεξαμενή Ηρώων!… Δεξαμενή της αρετής, όπου η ευπρέπεια, η σεμνότητα, η κοινωνική αλληλεγγύη, συνδυάζονται με τον ανδρισμό, την άτεγκτη πειθαρχία και το αίσθημα του χρέους….».

Επιτρέψτε μου, όμως, να ολοκληρώσω την ομιλία μου, μνημονεύοντας τον ίδιο τον ιδρυτή της Σχολής, τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Όπως γράφει στα ‘Απαντά του ο νομικός και λόγιος Γεώργιος Τερτσέτης, από τους πρώτους καθηγητές, ο ίδιος, της Σχολής, ο Καποδίστριας, απευθυνόμενος στις 8 Ιανουαρίου του 1828 στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, εκφράστηκε ως εξής:

“…δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του…”

Και ένα από τα έργα του Καποδίστρια που για 190 χρόνια ζεί και θα ζεί και στο μέλλον αποτελεί αναμφίβολα, κυρίες και κύριοι, η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Σας ευχαριστώ.

Ιωάννης Μουρέλος

Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ

19 Οκτωβρίου 2018, εν Ακαδημία Αθηνών 

Πηγή: iporta.gr