ΕΥΡΩΖΩΝΗ

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, ανέδειξε προβλήματα όχι μόνο συγκυριακά, αλλά και δομικά, που έπληξαν την Ευρωζώνη. Ποια είναι τα κριτήρια για την επιτυχία μιας νομισματικής ένωσης κρατών;

 

 

 

 

Γράφει η Ηρώ-Χριστίνα Πλιάκα, Δόκιμη Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ

Η οικονομική παγκοσμιοποίηση που επικρατεί στο σύγχρονο διεθνές σύστημα αναγκάζει τα κράτη να συνεργάζονται, αφενός για να έχουν περισσότερα οφέλη, και αφετέρου για να αποφεύγουν την απομόνωση μέσα σε ένα αχανές περιβάλλον, όπου ο ρόλος των αλληλεπιδράσεων έχει αναβαθμιστεί υπέρμετρα.

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και η συνεπακόλουθη δημιουργία της Ευρωζώνης είναι μια τέτοιου είδους συνεργασία μεταξύ κρατών και αποτέλεσε σημαντικότατη εξέλιξη για τη Διεθνή Οικονομία από τα τέλη του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, ανέδειξε προβλήματα όχι μόνο συγκυριακά, αλλά και δομικά, που έπληξαν την ΟΝΕ. Ποια είναι, όμως, τα κριτήρια για την επιτυχία μιας νομισματικής ένωσης κρατών;

Μια πρώτη απάντηση φαίνεται να ανάγεται στη θεωρία των βέλτιστων νομισματικών περιοχών που πρωτοδιατυπώθηκε το 1961 από τον Robert Mundell και εξελίχθηκε από τους McKinnon (1963), Kenen (1969), Fleming (1971) και Pasimeni (2014). Σύμφωνα με τη θεωρία του Mundell, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να επιτύχει μια νομισματική ένωση είναι οι συμμετέχουσες χώρες να έχουν ευελιξία μισθών και κινητικότητα εργασίας. Ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι σε περίπτωση μιας ασύμμετρης διαταραχής ζήτησης θα μπορέσουν να αντιμετωπιστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, μέσω αφενός της μεταβολής των μισθών, αφετέρου της μετακίνησης των ανέργων στη χώρα με τη μεγαλύτερη ζήτηση εργασίας.

Επιπλέον προϋποθέσεις που προστέθηκαν στην εξέλιξη της θεωρίας ανά τα έτη είναι η σχετικά όμοια οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση και η φάση του οικονομικού κύκλου, η κινητικότητα των βιομηχανιών και η ύπαρξη διαφοροποιημένων παραγόμενων προϊόντων. Τα παραπάνω δηλώνουν ότι οι συμμετέχουσες σε μια νομισματική ένωση χώρες πρέπει να διαθέτουν μεγάλες ομοιότητες στα οικονομικά μεγέθη, γεγονός που δεν συμβαίνει με την Ευρωζώνη. Ο αντίλογος από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι πως οι μεταβολές ζήτησης που περιγράφει ο Mundell είναι λιγότερο πιθανές σε μία ένωση όπως η ΟΝΕ, της οποίας το εμπόριο είναι ενδοκλαδικό με ομοειδή αλλά διαφοροποιημένα προϊόντα, δηλαδή με ατελή ανταγωνισμό.

Η οικονομική ανομοιογένεια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μελών ή μη της Ευρωζώνης, είναι ένα πρόβλημα το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα. Στο πεδίο αυτό παρατηρούμε ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου όπως τα γνωρίζουμε ως πολίτες κράτους-μέλους της ΟΝΕ συνδέονται στενά µε τη στρατηγική της Λισαβόνας για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις µε οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις.

Τα κράτη-μέλη διαθέτουν έναν βαθμό αυτονομίας σε ορισμένους τομείς της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Τέτοιοι τομείς είναι το μέγεθος και η σύνθεση των κρατικών δαπανών, οι διαρθρωτικές πολιτικές και οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας. Η αυτονομία αυτή, προσφέρει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν πολιτικές σύμφωνες µε τις εθνικές οικονομικές δομές. Ωστόσο, μια περαιτέρω ολοκλήρωση θα μπορούσε να αποδειχθεί ωφέλιμη για την ευρωπαϊκή οικονομία. Όταν μιλάμε για μια νομισματική ένωση, ο στόχος είναι να νοούνται τα κράτη-μέλη ως «μια χώρα» από οικονομικής άποψης.

Το γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες της οικονομίας που μένουν ακόμη και σήμερα σε εθνικό επίπεδο, δείχνει να είναι το μέσο σημείο που μειώνει, αν όχι εξαλείφει, τα θετικά στοιχεία που θα υπήρχαν και στην περίπτωση που η κάθε χώρα είχε τον έλεγχο της εθνικής οικονομίας και στην περίπτωση μιας πλήρους ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής οικονομίας. Είναι, δηλαδή, το μέσο σημείο ενός δρόμου προς την ολοκλήρωση, στο οποίο δεν μπορείς να μείνεις για πολύ.

Το πιο ευδιάκριτο παράδειγμα είναι η φορολογία. Η άσκησή της ανήκει σε εθνικό επίπεδο και ο ρόλος της ΕΕ συνίσταται στην εποπτεία των εθνικών φορολογικών κανόνων, ώστε αυτοί να συνάδουν με βασικές ευρωπαϊκές πολιτικές όπως η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης και η διασφάλιση των ελευθεριών της ενιαίας αγοράς και των κανόνων ανταγωνισμού. Ωστόσο, σημασία έχει να αναγνωριστεί η αιτία για την οποία η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει επιβραδυνθεί.

Σίγουρα, η οικονομική κρίση έπαιξε ρόλο, αλλά τα αίτια είναι βαθύτερα, και έγκεινται στην απροθυμία των κρατών-μελών να εκχωρήσουν καίριες εθνικές πολιτικές. Η εθνική κυριαρχία εξαρτάται από το τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις αυτόνομα, επομένως τα κράτη αρνούνται να εκχωρήσουν αυτές τις εξουσίες και έχουν κατ’ ουσίαν συμφωνήσει και δεχτεί μια «Ευρώπη αλά καρτ», που επιτρέπει την αποκόμιση οφελών, διατηρώντας τη δυνατότητα διαφύλαξης των εθνικών συμφερόντων.

Εν κατακλείδι, η δομή της Ευρωζώνης ήταν εν γένει ανέτοιμη για το πλήγμα της κρίσης, που ανέδειξε μια σειρά από προβλήματα στα οποία αναγκάστηκε ταχέως να δώσει λύσεις κι αυτό διότι η ημι-ολοκληρωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι καταδικασμένη να προσκρούει στο εθνικό επίπεδο.

Πηγη: ΚΕΔΙΣΑ