ΤΣΙΠΡΑΣ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Η Διήμερη επίσκεψη του Αλ. Τσίπρα στην Τουρκία ολοκληρώθηκε και για ακόμη μία φορά δημιουργήθηκαν περισσότερα ερωτηματικά για το που οδηγούνται οι σχέσεις των δύο χωρών

 

 

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην Άγκυρα, εκτός της σημειολογικής και επικοινωνιακής της αξίας, κατέδειξε και κάτι ακόμα: Την έλλειψη συγκεκριμένης πολιτικής έναντι στη γειτονική αλλά πάντα διεκδικητική χώρα.

Η ηγετική προσωπικότητα του Ερντογάν, όσο κι αν την αμφισβητούν μερικοί, είναι χαρακτηριστική και τα κατορθώματα του Τούρκου Προέδρου δεν είναι λίγα κατά τη διάρκεια της “βασιλείας” του. Από την άλλη μεριά, ο συνομιλητής του είναι ένας πολιτικός που διαχειρίστηκε έξυπνα την εξουσία κι έφτιαξε μια κατάσταση στην Ελλάδα που αν μη τι άλλο καθησύχασε συμμάχους, εταίρους και δανειστές.

Είναι αρκετό αυτό όμως; Φυσικά και δεν είναι. Η Ελλάδα δεν έχει που να βασιστεί οικονομικά παρά μόνο σε ένα κακοστημένο παραγωγικό και τουριστικό οικονομικό μοντέλο κι έναν κρατικό μηχανισμό, που αν εξαιρέσει κανείς τις Ένοπλες Δυνάμεις, ο υπόλοιπος υπολειτουργεί. Με κύρια χαρακτηριστικά τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά και την έλλειψη ικανού προσωπικού, ο δημόσιος τομέας πάσχει και αυτό αντανακλάται πέρα από τα στατιστικά και στην καθημερινότητα των πολιτών. Κι επειδή ο μικρόκοσμός μας στην Ελλάδα υπερκαλύπτει την όποια δυνατότητα να “σκεφτούμε” και να πράξουμε στρατηγικά, η όποια προσέγγιση με τη δυνατή παραγωγικά και οικονομικά Τουρκία (η πρόσφατη κρίση της λίρας και οι χειρισμοί Ερντογάν το απέδειξαν) οφείλει να γίνεται προσεκτικά και μελετημένα.

Εδώ και κάμποσα χρόνια αναμασάμε την ίδια χιλιομασημένη τσίχλα: Η Τουρκία είναι κακιά και μας κάνει τη ζωή δύσκολη. Εμείς όμως τι κάνουμε γι’ αυτό; Πως αντιδρούμε και με ποια μέσα διεκδικούμε το δίκιο μας; Πως συμπεριφερόμαστε απέναντι σ’ ένα γείτονα απαιτητικό και ενοχλητικό; Το «τριπάκι» της διαρκούς εξοπλιστικής αναβάθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων μας, έχει φέρει σημαντικά προβλήματα και το χειρότερο, θρέφει τη διαφθορά.

Το άλλο «τριπάκι» στο οποίο μπήκαμε και καμαρώνουμε γι’ αυτό είναι η συνεργασία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Οι δύο χώρες αυτές είναι αρκετά πιο μακριά από την Τουρκία, έχουν άλλα θέματα να λύσουν, ακόμα και μεταξύ τους και κυρίως ψάχνουν να βρουν στηρίγματα διαρκώς στη γειτονιά τους για να επιβιώσουν. Ούτε η Αίγυπτος, πολύ δε περισσότερο το Ισραήλ, δεν είναι σε θέση να μας υποστηρίξουν, και ούτε και θα το κάνουν, με τον τρόπο που εμείς πιστεύουμε. Τα δικά τους ζόρια είναι πιο χοντρά από τα δικά μας.

Αυτή η σύμπραξη με το Ισραήλ και την Αίγυπτο μας απομάκρυνε κι άλλο από την Τουρκία. Μας συμφέρει αυτό; Η Τουρκία επιθυμεί τη διαπραγμάτευση διακαώς αλλά εμείς δεν διαπραγματευόμαστε και κυρίως δεν έχουμε διάθεση να μιλήσουμε ανοιχτά. Αυτό δεν είναι καινούργιο αλλά έχει να κάνει άμεσα με το Ελληνικό πολιτικό κατεστημένο, το οποίο επιβιώνει ακριβώς επειδή δεν μπορεί και δε θέλει να διαπραγματευτεί. Κρυμμένοι πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την όποια ασφάλεια μας δίνει αυτή και αγνοώντας πεισματικά το βαθύ Τουρκικό κράτος, ζούμε στο δικό μας κόσμο. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που συζητάμε από το 2001 είναι ακόμα κενή κουβέντα γιατί τόσο οι Τουρκικές ακραίες πλευρές όσο και οι Ελληνικές ιδεοληπτικές ή και εθνικοκαπηλευτικές θέσεις πάντα έφερναν εμπόδια.

Το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας, την οποία έχουμε αποτύχει να εντάξουμε στην Ελληνική κοινωνία, χρησιμοποιείται ενίοτε για να μας εκβιάζει η Τουρκική πλευρά και να μας πιέζει να δημιουργήσουμε έναν τουρκικό πόλο εξουσίας εντός της Ελληνική επικράτειας.

Η ενέργεια κι ο τουρισμός αντί να είναι πεδία διαπραγμάτευσης είναι πεδία αντιπαράθεσης και μάλιστα έντονης. Το θέμα της Κύπρου έχει πάλι βαλτώσει με κύρια ευθύνη της Τουρκίας και από τους λανθασμένους χειρισμούς Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στο Αιγαίο το «πάρτι» συνεχίζεται και ΗΠΑ και Ρωσία χαίρονται με τα νούμερα που θα μπουν στις τσέπες τους. Οι Γερμανοί και οι Γάλλοι έχουν τελευταία πέσει σε κατάθλιψη τόσο επειδή η Τουρκία παράγει πλέον το 65% των αμυντικών της συστημάτων μόνη της αλλά κι επειδή η Ελλάδα δεν έχει μία να ξοδέψει, γιατί απλά δεν μπορεί να δανειστεί. Βέβαια όταν μπορούσε το 30% περίπου από τις αγορές αμυντικού εξοπλισμού από τις δύο αυτές χώρες πήγαινε σε μίζες, αλλά αυτό δε μας πείραζε.

Τελικά η Ελλάδα τι θέλει να κάνει; Θέλει να παζαρέψει, να διαπραγματευτεί σοβαρά, να το δει το έργο αλλιώς, τι ακριβώς θέλουμε; Οι παραβιάσεις των τουρκικών αεροπλάνων είναι εκεί, οι εξοπλισμοί συνεχίζονται, η μειονότητα είναι σημαντικό ζήτημα και οι Τουρκικές διεκδικήσεις δεν αντιμετωπίζονται, απλά αγνοούνται. Οι Έλληνες πολιτικοί χρησιμοποιούν τα Ελληνοτουρκικά για να κάνουν ρελάνς στην εσωτερική αγορά, όπως άλλωστε και ο Αλέξης Τσίπρας και είναι αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Το νέο αφήγημα του Έλληνα Πρωθυπουργού έχει να κάνει με την επόμενη μέρα του που μάλλον δεν έχει να κάνει μόνο με την Ελλάδα αλλά με το διεθνές του προφίλ. Μετά τις Πρέσπες, τα Ελληνοτουρκικά είναι η επόμενη πρόκληση στην οποία θέλει να βάλει τη σφραγίδα του, έτσι ώστε να αποκτήσει κι ένα ακόμα θετικό στοιχείο για το βιογραφικό του στην πορεία του για την Ευρωπαϊκή του καριέρα που φαίνεται πλέον να επιδιώκει. Ξέρει καλά πως δε θα ξανακυβερνήσει, και του το έχουν πει αλλά και ο ίδιος το “νιώθει”. Έχει όμως μικρά παιδιά και πρέπει να τα θρέψει καθώς και υποχρεώσεις που επιθυμεί να κλείσει.

Όσο για τα Ελληνοτουρκικά, αν ανατρέξουμε στην προσέγγιση Βενιζέλου – Κεμάλ είναι πιθανόν να βρούμε κάποια άκρη, αλλιώς θα συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο, δηλαδή στο να δουλεύουμε για τους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Ο Ελληνικός λαός οφείλει στον εαυτό του και την Ιστορία του να κάνει το βήμα προόδου που θα του δώσει το πλεονέκτημα να καθορίσει, στο επίπεδο που μπορεί, να επιβιώσει ειρηνικά και να βελτιώσει το επίπεδο ζωής του.

Αυτό σημαίνει πως πρέπει αρχικά να διαγράψει το παρόν πολιτικό κατεστημένο και να αποφασίσει τι θέλει να κάνει με την Τουρκία.

Μοιραστείτε το
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.