Μετά το θάνατο το Βασιλείου του Β’ του Βουλγαροκτόνου, του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα του οποίου η βασιλεία υπήρξε αποτελεσματική και ακμαία, η κατάσταση στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε απογοητευτική. Εκτός από τα τεράστια εσωτερικά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της, ένας νέος εχθρός εμφανίστηκε στα ανατολικά σύνορα: Οι Τούρκοι. Οι πρώτες τουρκικές νομαδικές φυλές που έκαναν την εμφάνισή τους προερχόμενες από τα βουνά ανατολικά της Κασπίας στα τέλη του 8οι αιώνα, αναμίχθηκαν με άλλες ασιατικές φυλές της ανατολικής Μικράς Ασίας και άρχισαν να αποκτούν κάποιου είδους ομαδική – συλλογική συνείδηση όταν μετοίκησαν στο σημερινό Horassan. Η αδυναμία των Βυζαντινών να τους εκχριστιανίσουν (μέσο το οποίο δε λειτούργησε και τόσο καλά με τους Βουλγάρους) απέτυχε κυρίως διότι δεν υπήρξαν οι ικανοί εκείνοι ιερατικοί ηγέτες για να υλοποιήσουν ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο.

Αυτό που δεν πέτυχαν οι Βυζαντινοί το πέτυχαν οι Άραβες και έτσι κατά τα τέλη του 9ου – αρχές του 10ου αιώνα κατάφεραν να εξισλαμίσουν τις φυλές των Ογούζων Τούρκων αλλά και των λαών που είχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδεθεί μαζί τους. Από τη φυλή των Ογούζων προέκυψαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι οι οποίοι πήραν το όνομά τους από τον αρχηγό της φατρίας τους Σελτζούκ. Ήδη από τα μέσα του 10ου αιώνα αρχίζουν να έχουν κάποιου είδους επαφές με το Βυζάντιο και περί τα τέλη του 10ου αιώνα αρχίζουν να διαθέτουν αρκετά ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες συστηματικά παρενοχλούν τις Βυζαντινές περιοχές. Ο στρατός τους αποτελείται από ολιγαρκείς και ανθεκτικούς πολεμιστές εξαιρετικά καλούς ιππείς και τοξότες οι οποίοι επιτίθενται αιφνισιαστικά και φεύγουν ταχύτατα από το πεδίο της μάχης όταν χρειαστεί.

Στο απώγειο της δύναμής τους με αρχηγό πλέον κι όχι φύλαρχο τον Τογρούλ Μπεγ (1038-1063), αρχίζουν να κατακτούν συστηματικά εδάφη και λαούς στην περιοχή της Μεσοποταμίας και της Περσίας. Η κυριότερη κατάκτηση είναι εκείνη της Βαγδάτης το 1055, με συνέπεια ο Τογρούλ Μπεγ να  λάβει τον τίτλο του Σουλτάνου από τον χαλίφη. Μετά το θάνατο του Τογρούλ Μπεγ, αναλαμβάνει τη διοίκηση του «χαλαρού» κράτους των Σελλτζούκων ο ικανότατος και εξαιρετικά φιλόδοξος Αλπ Αρσλάν (ανδρείος λέων), γεννημένος Μουχάμαντ ιμπν Νταούντ (Muhammad ibn Daud, 20 Ιανουαρίου 1029 – 15 Δεκεμβρίου 1072). Με ένα κατακτητικό σχέδιο και σαφείς στρατιωτικούς νεωτερισμούς αναφορικά με τη χρήση του ελαφρού ιππικού, κατόρθωσε μέσα σε λίγα χρόνια να διαμόρφώσει ένα κράτος που εκτείνοταν από την Καππαδοκία και τη Μικρή Αρμενία μέχρι την Περσία, διοικούμενο με βάση ένα τιμαριωτικό σύστημα, το οποίο αργότερα υιοθέτησαν και οι Οθωμανοί.

Από την άλλη πλευρά, μετά το θάνατο του Βουλγαροκτόνου, οι εσωτερικές έριδες στο Βυζάντιο είχαν αποδυναμώσει πλήρως τη διοικητική και στρατιωτική μηχανή της αυτοκρατορίας. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα το 1067, οδήγησε τη νεαρή χήρα αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα (ανεψιά του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου), στην απόφαση να παντρευτεί έναν αρκετά μεγαλύτερό της σε ηλικία και πολλές φορές εξαιρετικά βίαιο στρατιωτικό, το Ρωμανό Διογένη, ικανό διοικητή αλλά όχι καλό πολιτικό και διπλωμάτη. Ο Ρωμανός ο Δ’ ο Διογένης λοιπόν, κατά τα πρώτα δύο χρόνια της βασιλείας του προσπάθησε να ανδιοργανώσει το Βυζαντινό στρατό αλλά ταυτόχρονα προσέλαβε και περίπου 90.000 περίπου μισθοφόρους (Σλάβους, Ρως, Αλανούς, Αγγλοσάξωνες, Τουρκομάνους, Γότθους, Φράγγους και Νορμανδούς) τους οποίους διέσπειρε κυρίως στα ανατολικά σύνορα, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο των Σελτζούκων Τούρκων. Ο στρατός όμως μαστιζόταν τόσο από οικονομικά όσο και από οργανωτικά προβλήματα με αποτέλεσμα να είναι απείθαρχος, χωρίς ενιαίο δόγμα επιχειρήσεων και κυρίως προσηλωμένος στους ελάσσονες διοικητές του.

Περί τις αρχές του 1071, ο αυτοκράτορας ξεκινάει νέα εκστρατεία κατά του Αλπ Αρσλάν προκειμένου να διασφαλίσει τα ανατολικά σύνορα και να αποτρέψει περαιτέρω διείσδυση στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Λόγω της αδυναμίας να βρεί τον εχθρό και να τον αντιμετωπίσει σε εκ παρατάξεως μάχη, αποστέλλει το στρατηγό της αυτοκρατορίας Ιωσήφ Ταρχανειώτη, βυζαντινό αξιωματούχο ο οποίος δεχόταν εντολές από τους πολιτικούς αντιπάλους του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ψελλό και τον Καίσαρα Ιωάννη Δούκα, προς αναζήτηση του εχθρού. Ο Ταρχανειώτης, με το μισό περίπου του στρατού 20 – 25.000 άνδρες πήρε κατεύθυνση προς τη Μελιτηνή μαζί με τον αρχηγό των κατάφρακτων ιπποτών Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ. Από εκεί και μετά η τύχη του στρατιωτικού αυτού τμήματος αγνοείται αν και κάποιες σελτζουκικές πηγές αναφέρουν πως έπεσε σε παγίδα και ένα μεγάλο μέρος καταστράφηκε ένώ ένα άλλο τράπηκε σε φυγή. Μια άλλη εξήγηση είναι πως οι μισθοφόροι επειδή δεν έλαβαν τους μισθούς τους στον προκαθορισμένο χρόνο αποστάτησαν και αποχώρησαν αφήνοντας τον Ταρχανειώτη μόνο με πολύ λίγο στρατό. Εκείνος προσπάθησε να ξαναγυρίσει πίσω αλλά τα δρομολόγια ήταν ελεγχόμενα από τις εχθρικές δυνάμεις και αναγκάστηκε να κάνει πολύ μεγάλο ελιγμό.

Το υπόλοιπο στρατιωτικό σώμα με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα, ανακατέλαβε την πόλη του Ματζικέρτ, η οποία είναι κατακτηθεί τον προηγούμενο χρόνο από τις δυνάμεις του Αλπ Αρσλάν. Ο τελευταίος, την ίδια περίοδο πολιορκούσε τη βυζαντινή πόλη Έδεσσα, αλλά ενημερώθηκε άμεσα και αντέδρασε αστραπιαία. Έτσι την 24η Αυγούστου, ένα απόσπασμα ανιχνευτών από το τμήμα του στρατηγού Νικηφόρου Βρυέννιου ενεπλάκη με την εμπροσθοφυλακή των δυνάμεων του Σουλτάνου. Η λανθασμένη εκτίμηση της τακτικής κατάστασης από τον Αυτοκράτορα και η αποστολή του δούκα της Θεοδοσιούπολης (Ερζερούμ) Νικηφόρου Βασιλάκιου προς υποστήριξη της υποχώρησης των εμπεπλεγμένων βυζαντινών δυνάμεων, ήταν καταστροφική. Ο Βασιλάκιος, έπεσε στην παγίδα της ψευδούς υποχώρησης των Σελτζούκων, τακτικής γνωστής στους βυζαντινούς, και το τμήμα του σφαγιάστηκε, ενώ ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε στην ενέδρα που έξυπνα έστησε το ελαφρύ ιππικό των Σελτζούκων.

Ο Αυτοκράτορας εκτίμησε και πάλι λάθος και ξαναέστειλε το Βρυέννιο για να απωθήσει την εχθρική δύναμη με ολόκληρο το αριστερό κέρας της βυζαντινής παράταξης. Τότε και μόνον τότε, όταν βρέθηκε μπροστά σε σημαντικά πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις ο Βρυέννιος και προέβη σε τακτική υποχώρηση με σημαντικές απώλειες, ο Αυτοκράτορας πείστηκε πως έχει να κάνει με το σύνολο του στρατού του Αλπ Αρσλάν.

Μια αιφνιδιαστική καταδρομική επίθεση των Σελτζούκων Τούρκων εναντίον των ομογενών τους Ογούζων, μισθοφόρων του βυζαντινού Αυτοκράτορα, προκάλεσε νεό πανικό στο βυζαντινό στρατόπεδο και αύξησε την αυτοπεποίθηση των επιτιθέμενων. Το πρωί της 25ης Αυγούστου ο Αυτοκράτορας έστειλε το βαρύ πεζικό του και τους Ογούζους να απωθήσουν νέα εχθρική επιδρομή για την κατάληψη της όχθης του ποταμού (σημερινή ονομασία ποταμός Μουράτ) που διασχίζει την κοιλάδα πριν είσοδο της πόλης του Ματζικέρτ. Εκεί συνέβη η πρώτη σοβαρή προδοσία, καθώς οι Ογούζοι αυομόλησαν προς τους ομογενείς τους, αλλά ο υπόλοιπος βυζαντινός στρατός επέτυχε στην αποστολή του.

ΣΧΟΛΙΑ
SHARE
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.