ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ

Η έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου ως ιστορική αντίδραση απέναντι στην απριλιανή δικτατορία, κάθε άλλο παρά ανταποκρίθηκε μετέπειτα στο σκοπό για τον οποίο καθιερώθηκε.

 

 

 

Η κατάκτηση του φοιτητικού κινήματος, στα χρόνια της δικτατορίας, έχει δυστυχώς εκφυλισθεί σε άλλοθι για τον περιορισμό -αν όχι και την κατάργηση- της ελευθερίας του λόγου, της έρευνας και της διδασκαλίας, εκεί όπου εξ ορισμού θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να προστατεύεται σε μια σύγχρονη και υγιή δημοκρατία.

Συν τω χρόνω, η διαστρεβλωμένη ερμηνεία του  θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου όχι μόνο δεν προήγαγε την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά οδήγησε ουσιαστικά στην de facto κατάλυσή της.

Το πανεπιστημιακό άσυλο και το Σύνταγμα

Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν  αναφέρεται στο Σύνταγμα ως έννοια και δεν αποτελεί κανόνα του συνταγματικού δικαίου. Όμως στο Άρθρο 16 του Συντάγματος καθορίζονται ρητώς το ιερό και απαραβίαστο ως εξής :

  • «Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει να είναι η ανάπτυξη και η προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, ως μέσο για την πρόοδο της κοινωνίας ως σύνολο και κάθε ατόμου χωριστά (Σ. 16 παρ. 1)·
  • «Ιερό και «απαραβίαστο» πρέπει να είναι το δικαίωμα στη μόρφωση ως μέσο για την διάπλαση των ανθρώπων σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες (Σ. 16 παρ. 2 & 4).

Το Σύνταγμα λοιπόν, αντιλαμβάνεται την ακαδημαϊκή ελευθερία ως αναπόσπαστο τμήμα της συνταγματικής νομιμότητας και όχι ως «άσυλο» παρανομίας και ασυδοσίας, καθώς, σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, «η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα»

Νομοθεσία περί ασύλου

Παρόλο που με βάση το Σύνταγμα η ελεύθερη διακίνηση ιδεών καθώς και η ελευθερία της έρευνας και της διδασκαλίας αποτελούν ούτως ή άλλως, συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (Άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος), στην Ελλάδα υπήρξε επιπλέον η νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου, γεγονός το οποίο αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία της ελληνικής έννομης τάξης καθώς αντίστοιχες διατάξεις δεν συναντώνται σε καμία σύγχρονη δημοκρατία παγκοσμίως.

Νόμος 1268/1982

Το πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώνεται νομοθετικά για πρώτη φορά με το Ν. 1268/1982.

Με βάση αυτό το νόμο, αρμόδιο όργανο για την πρόσκληση ή άδεια επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς ορίζεται ένα τριμελές όργανο αποτελούμενο από τον Πρύτανη ή τον αναπληρωτή του, έναν εκπρόσωπο των καθηγητών και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών, οι οποίοι πρέπει να λάβουν ομόφωνη απόφαση ενώ, αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, συγκαλείται αυθημερόν η Σύγκλητος του πανεπιστημίου, η οποία αποφασίζει σχετικά με αυξημένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων. Κατ’ εξαίρεση, δίνεται η δυνατότητα επέμβασης της δημόσιας δύναμης χωρίς να δοθεί η ως άνω άδεια στις περιπτώσεις στις οποίες διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής ενώ η παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου καθίσταται ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα.

Όμως με αυτό τον τρόπο, διαπιστώθηκε ότι ευνοούταν η εντός του πανεπιστημίου διενέργεια παράνομων πράξεων – καθώς :

  • Η επίτευξη ομοφωνίας μεταξύ του Πρύτανη, του εκπροσώπου των καθηγητών και του εκπροσώπου των φοιτητών, που συναπαρτίζουν την Επιτροπή Ασύλου, είναι για τα ελληνικά δεδομένα αναμενόμενο να καθίσταται στις περισσότερες περιπτώσεις σχεδόν ανέφικτη.
  • Μέχρι να συνεδριάσει η Σύγκλητος του πανεπιστημίου και να λάβει με αυξημένη πλειοψηφία την σχετική απόφαση η ζημία από τις παράνομες πράξεις θα έχει πλέον συντελεστεί και οι δράστες θα βρίσκονται κατά πάσα πιθανότητα ήδη μακράν των χώρων του πανεπιστημίου.

Νόμος 3549/2007

Ο Ν. 3549/2007, προσπάθησε να  ενισχύσει και να αποσαφηνίσει την κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου για την προάσπιση αποκλειστικά ακαδημαϊκών ελευθεριών και του δικαιώματος στη γνώση και τη μάθηση στην ανώτατη παιδεία, αποσκοπώντας στην αποτροπή της κατάχρησης του για πράξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την ακαδημαϊκή λειτουργία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα:

  • Ορίζονται ως σκοποί του ασύλου η κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και η προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των Α.Ε.Ι. και των εργαζομένων σε αυτά και όχι προσώπων που δεν έχουν σχέση με το πανεπιστήμιο.
  • Η ισχύς του ασύλου περιορίζεται μόνο στους πανεπιστημιακούς χώρους στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα, και σε όχι όλους ανεξαιρέτως τους χώρους του πανεπιστημίου.
  • Η επέμβαση της δημόσιας δύναμης επιτρέπεται πλέον μόνο εφόσον παρίσταται και εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής.
  • Η πρόσκληση ή η άδεια για επέμβαση της αστυνομίας αποτελεί πλέον αρμοδιότητα του Πρυτανικού Συμβουλίου ή της Διοικούσας Επιτροπής των Α.Ε.Ι. και του Συμβουλίου των Τ.Ε.Ι. τα οποία μάλιστα λαμβάνουν απόφαση με απλή πλειοψηφία.
  • Επέμβαση της δημόσιας δύναμης χωρίς να δοθεί η ως άνω άδεια εξακολουθεί να είναι δυνατή μόνο εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής.
  • Η παραβίαση των ως άνω διατάξεων εξακολουθεί να αποτελεί ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα.

Το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων

Έχει υποστηριχθεί  η άποψη ότι η αποχή της κρατικής εξουσίας από επεμβάσεις στους πανεπιστημιακούς χώρους επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το  άρθρο 16 του Συντάγματος, που αναφέρεται στην πλήρη αυτοδιοίκηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και συνεπώς εμπεριέχεται ουσιαστικά στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία.

Όμως κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, «η αρχή της αυτοδιοικήσεως έχει αποκλειστικά ως περιεχόμενο την εξουσία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να αποφασίζουν με δικά τους όργανα στις δικές τους υποθέσεις, όπως είναι η διαχείριση της περιουσίας των ή η εκλογή του διδακτικού και διοικητικού των προσωπικού. Η εξουσία αυτή είναι καθαρά διοικητική, περιορισμένη στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου (νόμων και κανονιστικών πράξεων) που διέπουν την οργάνωση και την λειτουργία τους».

Συνεπώς, η έννοια της «πλήρους αυτοδιοίκησης» στο ισχύον Σύνταγμα, περιορίζεται στη διοικητική φύση και εξουσία και  δε μπορεί να είναι τόσο ευρεία ώστε να αποκλείει την επέμβαση αστυνομικών δυνάμεων, εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα αδικήματα, και ιδιαίτερα κακουργήματα, όπως εξάλλου ορίζει ξεκάθαρα ο Νόμος 3549/2007, με βάση τον οποίο, επιτρέπεται η επέμβαση της δημόσιας δύναμης χωρίς να δοθεί άδεια εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής.

Τα επεισόδια, οι καταστροφές και οι προπηλακισμοί

Παρ’ όλη την ξεκάθαρη αποσαφήνιση της έννοιας του ασύλου, που αφορά στην προστασία της διακίνησης ελεύθερων ιδεών και της πανεπιστημιακής έρευνας, που αποτελεί μια δημοκρατική κατάκτηση, με αμηχανία και θλίψη παρακολουθεί η κοινή γνώμη στα χρόνια της μεταπολίτευσης, τις καταστροφές πανεπιστημιακών χώρων, τις επαναλαμβανόμενες βεβηλώσεις κειμηλίων και ιερών μνημείων, τις κλοπές πολύτιμων ερευνητικών οργάνων, τη διακίνηση ναρκωτικών και άλλες εγκληματικές ενέργειες στους χώρους των Πανεπιστημίων, οι οποίες διαπράττονται υπό την προστασία της λανθασμένης ερμηνείας της “ασυλίας” του πανεπιστημιακού χώρου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στα πλαίσια των γενικευμένων επεισοδίων του Δεκεμβρίου 2008, όπου  οι καταληψίες προκαλούσαν επί δύο εβδομάδες τεράστιες καταστροφές στο Πολυτεχνείο, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, λεηλατώντας γραφεία και εργαστήρια με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καταστρέφοντας πόρτες και τζάμια, γεμίζοντας τους τοίχους με συνθήματα και σπάζοντας τα μάρμαρα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν ως «πυρομαχικά» στις επιθέσεις κατά των αστυνομικών αρχών. Μόνο η ζημία από το κάψιμο του Σπουδαστηρίου Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέρχεται κατά την εκτίμηση της πρυτανείας σε πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.

Σε άλλη περίπτωση, ο ξυλοδαρμός του Καθηγητή Εγκληματολογίας, Γιάννη Πανούση, από περίπου σαράντα κουκουλοφόρους, κατά την διάρκεια ομιλίας του σε εκδήλωση της Νομικής Σχολής Αθηνών προκάλεσε την αμήχανη αντίδραση του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρήστου Κίττα: «Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε. Όταν έχουμε τέτοιες συντονισμένες ενέργειες που εξελίσσονται μέσα σε λίγα λεπτά, πότε να προλάβει να συγκληθεί το Πρυτανικό Συμβούλιο για να αποφασίσει για το άσυλο; … Δεν ξέρω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε πια μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις, πέραν κάθε λογικής»

Η λανθασμένη αντίληψη του Πανεπιστημιακού άσυλου, καταλύει το ίδιο το άσυλο και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες

Οι βίαιες διακοπές μαθημάτων, οι καταλήψεις αιθουσών και ολόκληρων κτηρίων, το κάψιμο σπουδαστηρίων και ολόκληρων κτηρίων, η ελεύθερη και ανεξέλεγκτη κυκλοφορία εύφλεκτων υλικών και εκρηκτικών υλών, όπλων και πυρομαχικών στους χώρους του πανεπιστημίου, η διακίνηση ναρκωτικών, η ασύδοτη δράση των φοιτητικών παρατάξεων, η ανάπτυξη πάσης φύσεως δραστηριοτήτων ακόμα και από πρόσωπα που δεν συνδέονται με το πανεπιστήμιο, κ.λπ., κάθε άλλο παρά προάγουν την συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία. Όποιος έχει ασχοληθεί με την επιστήμη, με την έρευνα ή με την διδασκαλία γνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο υπό καθεστώς ελευθερίας και νομιμότητας, όχι υπό συνθήκες βίας και ανομίας.

Το πανεπιστημιακό άσυλο το οποίο εγγυάται την ελευθερία, με τον τρόπο που  έχει ερμηνευτεί από κάποιους, καταλήγει στην κατάργηση της ίδιας της ελευθερίας: σε έναν χώρο στον οποίο δεν εφαρμόζεται το συνταγματικό δίκαιο επικρατεί άνευ ετέρου το δίκαιο του ισχυρού! Και οι «ισχυροί» του ελληνικού πανεπιστημίου είναι συνήθως οι «κουκουλοφόροι», οι «καταληψίες», οι αναρχικοί και κάθε είδους αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης άτομα που  βρίσκουν καταφύγιο στους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτοί, ναι, υπό καθεστώς νομοθετικής «αναγνώρισης» πανεπιστημιακού ασύλου είναι ελεύθεροι· οι καθηγητές και οι φοιτητές, για τους οποίους κατοχυρώνεται συνταγματικά η ακαδημαϊκή ελευθερία, όχι.

Η διαστρεβλωμένη ερμηνεία του ασύλου  “στέγασε” κάθε μορφής παρανομίες και επέτρεψε τον δημόσιο εξευτελισμό καθηγητών, σε βαθμό απάνθρωπο και οδήγησε στον εξευτελισμό όχι μόνο των καθηγητών αλλά και των φοιτητών και των όποιων οργανωμένων ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων και, σε τελική ανάλυση, και του ίδιου του πανεπιστημίου συνολικά.

Επίλογος

Η βία και η ανομία δεν αποτελούν ούτε ατομικό δικαίωμα ούτε θεσμική εγγύηση ούτε συνταγματικό έθιμο ούτε άγραφο συνταγματικό κανόνα εν γένει. Ιδεολογίες που δοκιμάστηκαν στην πράξη και απέτυχαν καθώς και νοοτροπίες και σύνδρομα που διαμορφώθηκαν στα δύσκολα χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου και της μετέπειτα δικτατορίας είναι ανεπίτρεπτο, απαράδεκτο και αδιανόητο να στοιχειώνουν τον «ιερό» και «απαραβίαστο» χώρο του πανεπιστημίου ακόμη και σήμερα, στην Ελλάδα του 21ου αι.

Η προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση, η διέγερση μίσους ή περιφρόνησης, η άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας, η λογοκρισία και το σαμποτάζ γνωμών και ομιλητών δεν έχουν θέση στο πανεπιστήμιο, δεν καλύπτονται από την ακαδημαϊκή ελευθερία και δεν πρέπει να γίνονται ανεκτά.

Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η έννοια του ασύλου αφορά στην προστασία της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και έρευνας, στην ελευθερία της διάδοσης και ανταλλαγής ιδεών και της ελευθερίας του λόγου γενικότερα, και όχι στην κάλυψη των οποιονδήποτε εγκληματικών πράξεων που τελούνται στα πανεπιστήμια και καταλύουν τις συνταγματικές ελευθερίες.

Από την άλλη πλευρά, ο αδιαμφισβήτητος ρόλος του φοιτητικού κινήματος στην διαμόρφωση του δημοκρατικού συναισθήματος του ελληνικού λαού στα χρόνια δικτατορίας κάθε άλλο παρά τιμάται με την κατοχύρωση νοοτροπιών που οδηγούν στην κατάλυση συνταγματικών κατακτήσεων για τις οποίες οι φοιτητές αγωνίστηκαν επί σειρά δεκαετιών.

 


Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του Αλέξανδρου Απ. Μαντζούτσου, Δικηγόρου – Υποψήφιου Δρ. Νομικής που πρωτοδημοσιεύθηκε στο Νομικό Βήμα, Τόμος 58, Τεύχος 5, Ιούνιος 2010, σελ. 1136-1146.

Πηγή: eanda.gr