ΠΡΕΣΠΕΣ

Τις τελευταίες ημέρες χύθηκε πολύ μίσος, πολύ δηλητήριο για το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Τα social media γέμισαν κατάρες, απειλές, εκβιασμούς, ξύλο, χημικά,  βαριές κατηγορίες μακριά από πολιτικούς κοινωνικούς πολιτισμούς. Μέσα από τον υπολογιστή, κινητό ή ότι άλλο ο καθένας μπορούσε ασφαλής, στον καναπέ του να κρυφτεί, να ξεστομίσει και να αναλύσει τα πάντα.

Η κυβέρνηση με τις ευλογίες – για να μην πούμε εντολές ΝΑΤΟ και ΕΕ – και μέσα σε ένα Βαλκανικό περιβάλλον το οποίο «βράζει» και πάλι από εθνικισμό και πολλές χώρες να διαγκωνίζονται να αποκτήσουν επιρροή, αποφάσισε να κλείσει το ανοιχτό εδώ και τουλάχιστον 27 χρόνια ζήτημα με τα Σκόπια. Κάτι που ήταν αναμενόμενο να οξύνει τις έτσι κι αλλιώς μεγάλες αντιπαραθέσεις των τελευταίων χρόνων οδηγώντας όμως σε κίνδυνο την ενότητα της χώρας.

Τα δύο στρατόπεδα που στήθηκαν είχαν το καθένα τα δικά του επιχειρήματα και τα διέχυσαν στον λαό έτσι ώστε να αντιπαρατεθεί για λογαριασμό του. Σε ένα λαό που από τότε που έγινε κράτος, εδώ και 200 περίπου χρόνια, ποτέ μα ποτέ δε δέχτηκε, ότι δεν μπορεί να υπάρχει μόνο μια άποψη. Ούτε ότι η άποψη του ενός δεν είναι η μόνη σωστή. Το απέδειξε με τη σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την επανάσταση του 1821 και για πολλά χρόνια μετά, το ίδιο κατά τη διάρκεια της εποχής του Μεσοπολέμου αλλά και μετά τον Β΄ΠΠ και τον εμφύλιο, μέχρι τη μεταπολίτευση.

 Η φαινομενικά συμφιλιωτική περίοδο της μεταπολίτευσης λόγω οικονομικής και κοινωνικής εξισορρόπησης μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας έληξε με την αρχή της κρίσης. Το πολιτικό σύστημα των προηγούμενων χρόνων υπεύθυνο για το στρεβλό τρόπο λειτουργίας του κράτους και το ψεύτικο επίπεδο ζωής που δημιούργησε και μετά το κατακρήμνισε βίαια διαλύοντας έτσι τον  κοινωνικό ιστό, έφερε στην επιφάνεια μίση και πάθη. Η αναδιάταξη του πολιτικού προσωπικού ξεκίνησε, εξελίχθηκε και βρίσκεται σε φάση ανάδειξης νέου με το οποίο θα πορευτούμε το επόμενο διάστημα.

Το ίδιο πολιτικό σύστημα έχει και την ευθύνη ότι άφησε το θέμα των Σκοπίων να σέρνεται για πάνω από 25 χρόνια, αφού αρνήθηκε ουσιαστικά να το λύσει στη γέννησή του εξυπηρετώντας κομματικά, προσωπικά και άλλα συμφέροντα και αρνούμενο να αναλάβει ευθύνες και κόστος. Η φράση «ποιος θα το θυμάται σε 10 χρόνια» του Κ. Μητσοτάκη βόλεψε πολλούς από τους πολιτικούς και ακόμα περισσότερους ιδιαίτερα με τους δικαιολογημένα ευαίσθητους με το θέμα  ότι θα μπορούν για 1000 χρόνια ακόμα να διατηρηθούν τα πράγματα ως έχουν.

Επειδή όμως δεν ζούμε σε κάποια μακρινή άγνωστη και άνευ σημασίας γωνία στον πλανήτη αλλά στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο τα πράγματα ποτέ δεν μπορούν να παραμείνουν στάσιμα.

Μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών χωρών και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, της ισχυροποίησης και πάλι της Ρωσίας αλλά και την απομάκρυνση της Τουρκίας από τη δυτική και κοσμική- Κεμαλική τροχιά αλλά και την σιωπηλή διείσδυση της Κίνας στην Ευρώπη, τα Βαλκάνια μπήκαν σε νέα κρίσιμη φάση αναδιάταξης.

Το πλήρωμα του χρόνου ήρθε και η διαφωνία των δύο χωρών έπρεπε να πάρει τέλος ώστε τα Σκόπια να ενταχθούν στις γραμμές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ (εκεί όπου ανήκουμε και εμείς και δεν θέλουμε ούτε να το σκεφτόμαστε να αποχωρήσουμε) και να μπουν όρια στην επιρροή που είχαν αρχίσει να ασκούν Τουρκία και Ρωσία, ο καθένας για δικό του λόγο, μετατρέποντας ουσιαστικά τη χώρα σε ξέφραγο αμπέλι.

Όλη η περιοχή πρέπει να μετατραπεί  από Βαλκανική επαρχία σε έναν ασφαλές χώρο όπου ΝΑΤΟ και ΕΕ με προεξάρχουσα την Γερμανία θα αναπτύξουν ενεργειακά και επιχειρηματικά, φυσικά προς δικό τους κατά κύριο λόγο όφελος.

Οι δύο κυβερνήσεις Τσίπρα και Ζάεφ, εμφανίστηκαν ταυτόχρονα το ίδιο πρόθυμες να συνταχθούν και να πειστούν να καταλήξουν από κοινού σε μια όσο πιο συμβιβαστική και για τους δύο Συμφωνία, η οποία μόνο η ιστορία ουσιαστικά θα μπορέσει να αποδείξει την επιβίωσή της ότι και να λένε οι υποστηρικτές και των δύο απόψεων.

Τσίπρας και Ζάεφ έχουν λάβει προφανώς και ισχυρές δεσμεύσεις από τα ξένα κέντρα για τα σχέδια που θα αναπτυχθούν στην περιοχή αλλά προφανώς και για τους ίδιους προσωπικά. Γι΄αυτό και παρά τα «δεδομένα» λόγω της μη λύσης που είχαν δημιουργηθεί και στις δύο χώρες αποφάσισαν να επιμείνουν μέχρι το τέλος για τη λύση που συμφώνησαν.

Αυτές οι δύο απόψεις έχουν κονταροχτυπηθεί τον τελευταίο χρόνο και δίνουν ακόμα την μάχη των μαχών για το ποια θα υπερισχύσει με βαρύγδουπες εκφράσεις όπως: «Πουλήσατε τη Μακεδονία μας» ο ένας «Πήραμε τη Μακεδονία μας που την είχατε χάσει με την απραξία σας» ο άλλος. «Δε φέραμε λύση για να μη τα δώσουμε όλα όσα δώσατε» ο ένας «Το πρόβλημά σας είναι ότι καταφέραμε και κερδίσαμε αυτά που δεν μπορέσατε εσείς», ο άλλος.

Δυστυχώς όμως το θέμα είναι ότι δεν έμειναν στα λόγια. Και το πρόβλημα ξεκίνησε όταν την αντιπαράθεση αυτή την εκμεταλλεύονται και σπέρνουν διχόνοια ξένα στοιχεία μακριά από τη δημοκρατία οδηγώντας ουσιαστικά ακόμα και σε φασιστικές ράγες μεγάλη μερίδα του λαού.

Οι πολιτικοί της δημοκρατίας φέρουν λοιπόν μεγάλη ευθύνη και για το πώς φτάσαμε στην Συμφωνία των Πρεσπών με τις γνωστές παραχωρήσεις,  που ναι μεν κάποιοι μας υποχρέωσαν, αλλά κάποια στιγμή μόνο κάπως έτσι θα λυνόταν το θέμα, αλλά και πως διαχειρίζονται τις συνέπειες της.  Και αυτό το ξέρουν όλοι ασχέτως τι ισχυρίζονται σήμερα.

Αυτοί έχουν και την ευθύνη ασχέτως με την εξέλιξη της Συμφωνίας να διατηρήσουν και την ενότητα στη χώρα αλλά και να δυναμώσουν τη δημοκρατία απομονώνοντας κάθε ακραία φωνή για να μην το πληρώσουν ξανά οι νεότερες γενιές.