μάχη του Μαντζικέρτ

Σαν σήμερα, το 1071, έλαβε χώρα η μάχη του Μαντζικέρτ, μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Σελτζούκων, με οδυνηρή κατάληξη για τους Βυζαντινούς.

 

 

 

Ως αποτέλεσμα της βαριάς ήττας των βυζαντινών στρατευμάτων στη μάχη του Μαντζικέρτ, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης ηττήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και απελευθερώθηκε μετά την καταβολή λύτρων, ενώ η Βυζαντινή αυτοκρατορία υποχρεώθηκε στην καταβολή ετήσιου φόρου και την παραχώρηση μερικών φρουρίων στους Σελτζούκους.

Αυτή η πανωλεθρία των βυζαντινών στρατευμάτων και, κυρίως, η εσωτερική πολιτική παράλυση που ακολούθησε, επέτρεψε τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία.

Πριν τη μάχη

Τον χειμώνα του 1071, ο Ρωμανός Διογένης πληροφορήθηκε ότι ο Αλπ Αρσλάν απουσίαζε από τη περιοχή της Αρμενίας, πολιορκώντας τη βυζαντινή Έδεσσα (σημ. Ούρφα). Έχοντας σκοπό να εισβάλλει στην Αρμενία, ο Ρωμανός άρχισε, από το Φεβρουάριο του 1071, να συγκεντρώνει μεγάλη στρατιά στην Κωνσταντινούπολη. Με σκοπό να εξαπατήσει τους Σελτζούκους, έστειλε στον Αλπ Αρσλάν πρεσβεία με ειρηνευτικούς όρους, τους οποίους εκείνος δέχτηκε αμέσως γιατί έτσι μπορούσε να επιτεθεί απερίσπαστα εναντίον του Χαλεπίου, το οποίο ανήκε στην επικράτεια του Χαλιφάτου των Φατιμιδών.

Έχοντας έτσι παραπλανήσει τον Σελτζούκο σουλτάνο, το καλοκαίρι του 1071, ο Ρωμανός εισέβαλε με στρατό 40.000 (κατά την επικρατέστερη άποψη) ανδρών στην Αρμενία και κινήθηκε προς τη Θεοδοσιούπολη (σημ. Ερζερούμ), στην οποία έφτασε τον Ιούλιο. Ύστερα αποφάσισε ότι θα βάδιζε προς το Μαντζικέρτ, αν και οι στρατηγοί του τον συμβούλεψαν να περιμένει τον Αλπ Αρσλάν και να μη κινηθεί προς το εσωτερικό της κατεχόμενης από τους Σελτζούκους Αρμενίας.  Πριν ξεκινήσει για το σημαντικό αυτό φρούριο που έπρεπε να καταλάβει, εάν ήθελε να έχει προφυλαγμένα τα νώτα του, ο Ρωμανός έθεσε τον Ανδρόνικο Δούκα επικεφαλής της οπισθοφυλακής και έστειλε ανιχνευτές να ελέγξουν το πέρασμα. Οι ανιχνευτές τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε αντίπαλος στρατός.

Όμως ο αυτοκράτορας είχε υποπέσει σε δυο λάθη.

  • Έθεσε τον γιο του πολιτικού του αντιπάλου αρχηγό της οπισθοφυλακής και δεν υπολόγισε το δίκτυο πληροφοριών του Αλπ Αρσλάν ούτε είχε καλή εικόνα των κινήσεων του αντιπάλου του. Ο Ρωμανός δεν γνώριζε ότι ο σουλτάνος ήταν όχι πάνω από 200 χλμ μακριά από τη Θεοδοσιούπολη, καθώς είχε ενημερωθεί για τις κινήσεις του αυτοκράτορα. Είχε λύσει την πολιορκία του Χαλεπίου και στο δρόμο συγκέντρωσε ακόμα πιο πολλούς μαχητές για να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς, ανεβάζοντας τη δύναμη του στρατού του στις 30.000 άνδρες.
  • Το άλλο μεγάλο λάθος του Ρωμανού ήταν ότι, ενώ εισέβαλλε σε χώρα που γνώριζε λιγότερο καλά από τους αντιπάλους του, διαίρεσε τις δυνάμεις του, χωρίζοντας το στρατό σε δυο τμήματα. Το ένα, 20.000 άνδρες με επικεφαλής τον Ιωσήφ Ταρχανειώτη, συμπεριλαμβανομένων και των κατάφρακτων ιπποτών του Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ, το έστειλε στα νότια του Ματζικέρτ για να καταλάβει τη πόλη Χλιάτ, σε απόσταση 50 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Μιχαήλ Ατταλειάτη, οι μονάδες αυτές ήταν οι καλύτερες του στρατού του και αριθμητικά περισσότερες από τις δικές του. Με αυτό τον τρόπο θέλησε να προφυλάξει το δεξιό πλευρό του δεύτερου τμήματος του στρατού, που διοικούσε ο ίδιος. Με αυτό κατέλαβε το φρούριο του Ματζικέρτ, μια μέρα πριν τη μάχη, ενώ ανέμενε νέα από το τμήμα του Ταρχανειώτη. Την ίδια ώρα και εντελώς ανεξήγητα, ο Ταρχανειώτης ποτέ δεν κατευθύνθηκε στο Χλιάτ, αλλά παρέκλινε προς τη Μελιτηνή στα νοτιοδυτικά, 150 χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο της μάχης, χωρίς καν να ειδοποιήσει τον Ρωμανό. Ο λόγος της κίνησής του αυτής εκτιμάται ότι είναι είτε η προδοσία, είτε επειδή ισχυρή σελτζουκική δύναμη του έκοψε το δρόμο και δεν θέλησε να δώσει μάχη εναντίον της. Σήμερα, η δεύτερη εκδοχή φαίνεται να κερδίζει έδαφος.

Παράταξη των αντιπάλων

Σελτζούκοι

Ο Αλπ Αρσλάν παρέταξε το στράτευμά του σε σχήμα ημισελήνου, χωρισμένο σε τρεις διοικήσεις. Όλα τα σώματα αποτελούνταν κυρίως από ελαφρό ιππικό, εφοδιασμένο με βέλη, ακόντια και σπαθιά. Πιο πίσω βρισκόντουσαν πεζοί, ντυμένοι ελαφρά αμυντικά με δόρατα, ασπίδες, σπαθιά και τσεκούρια.

Βυζαντινοί

Ο Ρωμανός Δ’ Διογένης παρέταξε το στρατό του σε δυο παράλληλες γραμμές η κάθε μια με βάθος 8 έως 10 ανδρών για τους πεζούς και 3 έως 4 για τους ιππείς. Το πλάτος της παράταξης του στρατού ήταν μέτριο. Τα 2/3 του στρατεύματος χωρίστηκαν σε τρία τμήματα ενώ κράτησε το 1/3 του στρατεύματος ως εφεδρεία.

Το αριστερό τμήμα το κρατούσαν τα θεματικά στρατεύματα από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Θράκη μαζί με τους Σλάβους με επικεφαλής τον Νικηφόρο Βρυέννιο.

Το κέντρο το διοικούσε ο αυτοκράτορας Ρωμανός, με την αυτοκρατορική φρουρά των 500 Βαράγγων που είχε πάρει μαζί του, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις ήταν Καππαδόκες στρατιώτες, Φράγκοι και Τουρκομάνοι.

Στο δεξιό τμήμα τη διοίκηση είχε ο Θεόδωρος Αλυάτης και διοικούσε τους Ίβηρες της Αρμενίας, τους Χαζάρους και τους Σλάβους. Την εφεδρεία την διοικούσε ο Ανδρόνικος Δούκας με τμήματα Χαζάρων, Γερμανών, Φράγκων και των ιδιωτικών στρατών που είχε διαθέσει ο ίδιος και η φατρία του.

Διεξαγωγή

Στις 26 Αυγούστου του 1071 δόθηκε η μεγάλη μάχη.

Καθώς άρχισε να κινείται το βυζαντινό στράτευμα, οι Σελτζούκοι άρχισαν να εξαπολύουν βέλη και να ανοίγουν τα άκρα τους με σκοπό να κυκλώσουν τους Βυζαντινούς. Τα δυο κέντρα συγκρούστηκαν ενώ τα άκρα των Βυζαντινών κατεδίωκαν τα άκρα των Σελτζούκων. Όλη η παράταξη άρχισε να υποχωρεί στο όρος Σουφάν, συνεχίζοντας να εξαπολύει βέλη.

Η συνοχή του βραδυκίνητου βυζαντινού στρατεύματος κλονίστηκε και άρχισε να σπάει. Οι Σελτζούκοι κύκλωναν απομονωμένες μονάδες και τις αποτελείωναν γρήγορα. Σε δυο ώρες θα έπεφτε η νύχτα και το στράτευμα του Ρωμανού είχε πολλές απώλειες ενώ οι Σελτζούκοι δεν είχαν ούτε 1.000 απώλειες, έτσι ο Ρωμανός διέταξε τακτική αναστροφή του μετώπου για αποχώρηση. Οι Βρυέννιος και Αλυάτης νόμισαν ότι το σύνθημα έδειχνε ότι ηττήθηκαν και υποχωρούσαν. Πολλοί μαχητές πέταξαν τα όπλα και άρχισαν να τρέχουν και οι ιππείς έκαναν μεταβολή και σπιρούνισαν τα άλογά τους.

Ο σουλτάνος διέταξε και την εφεδρεία του να μπει στη μάχη και να καταδιώξουν τους Βυζαντινούς. Με αυτή την κίνηση του σουλτάνου, ο αυτοκράτορας δεν είχε άλλη επιλογή από το να πολεμήσει και διέταξε επανάληψη της επίθεσης. Το πεδίο της μάχης έγινε μια απέραντη χαοτική μάζα στρατιωτών που μάχονταν, υποχωρούσαν ή κρυβόντουσαν.

Τότε έπρεπε να δράσει η εφεδρεία του Ανδρόνικου Δούκα αλλά αυτός, είτε από προδοτική διάθεση είτε βλέποντας την εξέλιξη της μάχης και πιστεύοντας πως ο αυτοκράτορας θα σκοτωθεί εκεί, διέταξε την εφεδρεία να αποσυρθεί από το πεδίο της μάχης, ώστε να μείνει ανοιχτός ο δρόμος για τον θρόνο.

Ο Βρυέννιος έσπασε τον κλοιό των Σελτζούκων και διέφυγε. Ο Αλυάτης πιάστηκε αιχμάλωτος και το κέντρο της παράταξης κατέρρευσε. Μόνο οι Βάραγγοι με τις ασπίδες τους προστάτευαν τον αυτοκράτορα και συνέχισαν να μάχονται μανιασμένα. Με την πάροδο του χρόνου, όλοι έπεσαν νεκροί ενώ ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης αιχμαλωτίστηκε βαριά τραυματισμένος στο στήθος και στο χέρι. Δέκα Σελτζούκοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο σουλτάνο ενώ οι συμπολεμιστές τους γιόρταζαν στο πεδίο της μάχης τη νίκη τους. Οι απώλειες των Βυζαντινών έφτασαν ίσως και τους 8.000 άνδρες, νεκροί και αιχμάλωτοι.

Τα αίτια της ήττας

  • Ένα στοιχείο που φέρεται ότι οδήγησε στην ήττα του βυζαντινού στρατεύματος ήταν η ετερογένειά του, καθώς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε ξένους μισθοφόρους. Το στράτευμα του Ρωμανού αποτελούνταν από Νορμανδούς, Βούλγαρους, Πετσενέγκους, Φράγκους, Αλανούς, Γότθους, Σλάβους, Χαζάρους, Τουρκομάνους Ούζους και Κουμάνους, καθώς και Ίβηρες από την Αρμενία. Ο θεματικός στρατός, ένας εμπειροπόλεμος και πιστός στην αυτοκρατορία στρατός, είχε παραμεληθεί δραματικά από τους προηγούμενους αυτοκράτορες, αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα Ρωμανό να καταφύγει σε μισθοφόρους.
  • Στο παραπάνω πρόβλημα,  προστέθηκε ένα δεύτερο. Ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να εμπιστευθεί ανώτατους αξιωματούχους του στρατού και της πολιτικής σκηνής, καθώς πολλοί συνωμοτούσαν εναντίον του. Από το στρατό του δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τον διοικητή των Νορμανδών, τον στρατηγό Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ, καθώς και τον διοικητή των Φράγκων Μάγιστρο Ιωσήφ Ταρχανειώτη και τον Ανδρόνικο Δούκα, γιο του Ιωάννη Δούκα, πολιτικού αντιπάλου του Ρωμανού. Στην πολιτική σκηνή εκτός από τον Ιωάννη Δούκα, είχε να αντιμετωπίσει τον συγκλητικό Νικηφόρο Παλαιολόγο και τον Μιχαήλ Ψελλό που υποστήριζαν την οικογένεια των Δουκών στη διαδοχή του θρόνου. Παρόλα αυτά υπήρχαν τρία άτομα, παλαιοί συμπολεμιστές του αυτοκράτορα όταν ήταν στρατηγός, τα οποία μπορούσε να εμπιστευτεί. Ήταν ο Μάγιστρος Κατεπάνω Νικηφόρος Βασιλάκιος, ο στρατηγός Θεόδωρος Αλυάτης που καταγόταν από την Καππαδοκία και ο Δομέστικος των Σχολών της Δύσης Νικηφόρος Βρυέννιος.
  • Επίσης, σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, ευθύνη για την ήττα φέρει και η κρατούσα τάξη της βυζαντινής αυτοκρατορίας για λόγους καθαρά οικονομικούς, ως αντίδραση προς την προσπάθεια του Ρωμανού Δ’ να συγκεντρώσει φόρους που θα επέτρεπαν την αποκατάσταση της ισχύος των βυζαντινών στρατευμάτων.

Αποτελέσματα

Την ήττα του Μαντζικέρτ ακολούθησε σειρά γεγονότων που υπονόμευσαν τη δύναμη της ήδη εξασθενημένης κατά τον 11ο αι. αυτοκρατορίας.

  • Στον Ρωμανό Δ’ επιβλήθηκε οικτρή τιμωρία, χάνοντας και το θρόνο του και τη ζωή του.
  • Δημιουργήθηκε ένα γεωγραφικό κενό στον βυζαντινό χάρτη, το οποίο γέμισαν σταδιακά οι Σελτζούκοι, εγκαθιδρύοντας την πρωτεύουσά τους στη Νίκαια (İznik) το 1077.
  • Μετά τη μάχη, η αυτοκρατορία περιήλθε, για ακόμα μια φορά στη δίνη του εμφυλίου πολέμου, που έληξε όταν ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός ανέβηκε στο θρόνο.
  • Οι Βυζαντινοί με την ήττα στο Ματζικέρτ έχασαν και τις οδούς που οδηγούσαν στις ανατολικές τους επαρχίες και ειδικά στην Αρμενία, με αποτέλεσμα να χάσουν και τον έλεγχο των κατοίκων τις περιοχής. Αυτοί οι ορεσίβιοι κάτοικοι επάνδρωναν σε μεγάλο βαθμό το στρατό του Βυζαντίου και τον έκαναν πιο αξιόμαχο.
  • Ακόμα, ο δρόμος για τον εκτουρκισμό των πληθυσμών της περιοχής είχε ανοίξει δυσχεραίνοντας ακόμα πιο πολύ την ανακατάληψη αυτών των περιοχών από τους μετέπειτα αυτοκράτορες. Χάθηκαν πολλές γαίες τις οποίες έδιναν για επιβράβευση στα στρατεύματα οι αυτοκράτορες, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να τους παρέχουν άλλα ανταλλάγματα, μετατρέποντας το στρατό από εθνικό σε μισθοφορικό.
ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
Λεηλασίες και καταστροφές οικισμών και επαρχιών ως αποτέλεσμα του πρώτου κύματος εισβολής τουρκικών φύλων στη Μικρά Ασία (1050-1204)
ΣΧΟΛΙΑ