η φιλελευθερη ταξη πραγματων

Το Τέλος της Φιλελεύθερης Τάξης Πραγμάτων 

Γράφει η Δάφνη Τσιπίτση, Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ

 

 

Μόλις πριν από πέντε σχεδόν χρόνια, ο κόσμος έμοιαζε ακόμα σαν ένα όνειρο φιλελεύθερων διεθνιστών. Αν και η διεθνής τρομοκρατία δοκίμαζε, και συνεχίζει να δοκιμάζει, περιοδικά την ανθεκτικότητα των κυβερνήσεων και των κοινωνιών σε ολόκληρο τον πλανήτη, τα ανοιχτά σύνορα και το ελεύθερο εμπόριο χαρακτηρίστηκαν ως ο δρόμος προς την εξέλιξη και το μέλλον. Στο πλαίσιο της μονοπολικότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, πολλοί από τους ακαδημαϊκούς κύκλους, τις ομάδες προβληματισμού και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήθελαν να πιστέψουν ότι μια δημοκρατική ειρήνη μεταξύ των κρατών θα μπορούσε να κυριαρχήσει.

Η ρεαλιστική έννοια της σκληρής ισχύος, που συνδέεται άμεσα με την ιδέα του ισχυρού εθνικού κράτους ως βασικού δομικού στοιχείου της εθνικής ασφάλειας και ευημερίας των πολιτών, με τη βιομηχανική οικονομική ισχύ, τη γεωγραφία, τους φυσικούς πόρους και τον πληθυσμό, απορρίφθηκε από τους φιλελεύθερους ως παρωχημένη. Οι φιλελεύθεροι θεωρούν ότι τέτοιες πεπαλαιωμένες ιδέες, όπως είναι για παράδειγμα, τα έθνη που βρίσκονται μέσα σε εύρωστα σύνορα, με την πάροδο του χρόνου θα δώσουν τη θέση τους σε κράτη που θα παραχωρήσουν πρόθυμα μέρος της κυριαρχίας τους σε διεθνικές και υπερεθνικές οργανώσεις. Ένα παράδειγμα είναι η απόπειρα εφαρμογής αυτής της ιδεολογίας στην Ευρώπη, όπου οι ηγέτες ενέδωσαν στο παρελθόν στον πειρασμό να προσπαθήσουν να μεταμορφώσουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα – μια συνθήκη που βασίζεται σε μια άλλη συνθήκη – σε μια ομοσπονδία κρατών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την θέληση και το όραμα να δημιουργηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, εγχείρημα όμως το οποίο δεν πέτυχε ποτέ.

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, υπήρχαν στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρίες σχετικά με την «οικοδόμηση του έθνους» στο εξωτερικό, ενώ ταυτόχρονα, δύο μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ρωσία – όπου η μία αυξάνεται και η άλλη παραπαίει – συνέχισαν να ακολουθούν μία στρατηγική που βασίζεται τόσο σε στοιχεία σκληρής όσο και ήπιας ισχύος. Τις τελευταίες δεκαετίες, η Κίνα επιδιώκει τον επιθετικό μερκαντιλισμό, χειραγωγεί το νόμισμά της και αναγκάζει τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες να αποκτήσουν πνευματική ιδιοκτησία ως προϋπόθεση για την είσοδό τους στην αγορά. Η Ρωσία, με τη σειρά της, ανέκαμψε σχετικά γρήγορα από την εποχή των «ταραχών» της εποχής του Γιέλτσιν με την εθνικοποίηση του ενεργειακού της τομέα και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την αφθονία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ως μοχλό γεωπολιτικής επιρροής.

Σήμερα, ο κόσμος έχει ελάχιστη ομοιότητα με την εικόνα της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης στην οποία είχαμε συνηθίσει στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Ψυχρό Πόλεμο. Μια πλουσιότερη και γεωστρατηγικά ισχυρότερη Κίνα θέτει όλο και πιο τολμηρές προκλήσεις στη σφαίρα επιρροής της στην Ασία και εκμεταλλεύεται τον αυξανόμενο πλούτο της για να αποκτήσει επιρροή και στην Αυστραλία, την Αφρική, τη Νότια Αμερική αλλά και στην Ευρώπη. Η προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία έθεσε ουσιαστικά τα θεμέλια πάνω στα οποία θα οικοδομηθεί το σύστημα ασφαλείας στην Ευρώπη. Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε αναταραχή με το Ιράν όλο και περισσότερο αποφασισμένο να ακολουθήσει μια πορεία περιφερειακής ηγεμονίας. Η Ευρώπη αγωνίζεται να αντιμετωπίσει τη μαζική μετανάστευση από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά για μια οργάνωση «δύο ταχυτήτων» ως τον μόνο δυνατό δρόμο προς την εξέλιξη και το μέλλον.

Εκτιμάται ότι στις επόμενες δύο δεκαετίες θα γίνουμε μάρτυρες της πρώτης πραγματικής πρόκλησης που θέτει η αυξανόμενη παγκόσμια επιρροή της Κίνας. Παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορέσουν στην πραγματικότητα να αποφύγουν την «Παγίδα του Θουκυδίδη», σύμφωνα με την οποία ο εκτοπισμός μιας μεγάλης δύναμης από την άλλη οδηγεί σε πόλεμο. Ο ανταγωνισμός κράτους με κράτος, που καθοδηγείται από τη μεταβαλλόμενη ισορροπία της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, έχει αυξήσει δραματικά την πιθανότητα μιας μεγάλης αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Μια τέτοια αντιπαράθεση πιθανότατα να προσελκύσει και άλλους σημαντικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, και να αναγκάσει τα κράτη στην Ευρώπη να ενεργήσουν σε μια εποχή που δεν έχουν αντιμετωπίσει ακόμα τέτοιες δύσκολες επιλογές.

Είναι καιρός να παραδεχτούμε ότι στη βάση της τρέχουσας δυτικής “δυσκολίας” βρίσκεται μια σειρά λανθασμένων υποθέσεων σχετικά με το τι έχει μεγαλύτερη σημασία στο διεθνές σύστημα. Η φιλελεύθερη δημοκρατική ανισότητα ήταν ένα προϊόν της εμφάνισης των Ηνωμένων Πολιτειών ως το ισχυρότερο έθνος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η θέση της Αμερικής ως η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου τα τελευταία 70 χρόνια της επέτρεψε να εμπλουτίσει το παγκόσμιο βιβλίο κανόνων με αξίες και θεσμούς. Παρά τις ομιλίες σχετικά με τα συστήματα της «ήπιας ισχύος» που βασίζονται σε διάφορους κανόνες, η εθνική ασφάλεια και η σκληρή ισχύς δεν είναι λιγότερο ζωτικής σημασίας σήμερα από ό, τι ήταν τη στιγμή της δημιουργίας αυτού του συστήματος.

Η αντίληψη ότι τα διεθνή πρότυπα, χωρίς κυρίαρχο ρυθμιστή, με τα οποία τα κράτη επιθυμούν και μπορούν να απαιτήσουν την εφαρμογή τους, έχει πολύ μεγάλη ισχύ και είναι και αυτό ένα προϊόν της προθυμίας των ΗΠΑ να παράσχουν την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική συγκολλητική ουσία του σημερινού διεθνούς συστήματος. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτοπιστούν από το κέντρο της παγκόσμιας εξουσίας, τότε – αντίθετα με τις προηγούμενες εποχές βρετανικής, γαλλικής ή ισπανικής κυριαρχίας – οι αξίες του νέου “ηγεμόνα” θα διαμορφώσουν τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Η μεταβαλλόμενη παγκόσμια κατανομή ισχύος και η πρόκληση που τίθεται στη δεσπόζουσα θέση των Ηνωμένων Πολιτειών λόγω της αυξανόμενης οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης της Κίνας και της γεωστρατηγικής αβεβαιότητας της θέσης της Ρωσίας στην ανάκτηση ενός status πασγκόσμιας ισχύος, επιστρέφουν τον κόσμο στις θεμελιώδεις αρχές των “Μεγάλων Δυνάμεων”, μιας πολιτικής που οδηγείται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών.

Στην πραγματικότητα, ο υπολογισμός της σκληρής ισχύος, ο γεωστρατηγικός ανταγωνισμός και ο μερκαντιλισμός δεν έφυγαν ποτέ, απλώς παρέμειναν στο παρασκήνιο. Οι “σκληρές” σκέψεις για την εξουσία, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής ισχύος, βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτικής.

Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ