Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το καύχημα του σημερινού ‘Ελληνα και της Ιστορίας του ’21. Έτρεχε σαν άγριο τσακάλι από κορφούλα σε κορφή γιατί τον κυνηγούσαν στο Μοριά οι Τούρκοι με την βοήθεια ακόμη και των δικών του .. φίλων και .. κουμπάρων (βλέπε Απομνημονεύματα), για να του πάρουν το κεφάλι.

 

 

 

Δεν είναι ραχούλα στο Μοριά που να μην είναι θαμμένος εκεί Κολοκοτρώνης… ‘ Ετσι στο τέλος αφού κατάφερε και γλίτωσε απ’ τα κυνηγητά και την βασανισμένη του ζωή, στα 52 του χρόνια μπήκε στην επανάσταση! Και φυσικά μπήκε “στο πόστο που ήρμοζε εις τέτοιον άνδρα”: Να είναι ο αρχηγός του σκλαβωμένου λαού. “Σαν παλικάρι πολεμούσε και σαν φιλόσοφος οδηγούσε..” Και έτσι βοήθησε για την λευτεριά της πατρίδας στα 1821.

Σήμερα για τους ‘Ελληνες, αλλά και για όλο τον ελεύθερο κόσμο, ο Κολοκοτρώνης αποτελεί σηματωρό της αιώνιας ελπίδας από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο! ‘Οτι δηλαδή για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω σου φέρεις κι’ εσύ ευθύνη και όσο και αδύναμος και αν είσαι, μην κάθεσαι παρατηρητής στα γεγονότα, πάρε μέρος σε ότι και με όποια δύναμη μπορείς, για την αξιοπρέπεια την πραγματική ελευθερία, και τον σεβασμό των συνανθρώπων σου.

Ο θρυλικός «Γέρος του Μωριά» γεννήθηκε στην Παλαιά Μεσσηνία. Να πως τον περιγράφει ο Βλαχογιάννης: ‘Οψη «αδύνατη και μαυρειδερή’ μάτια βαθουλά, ματιά σκληρή και δυνατή’ μεγάλο μουστάκι μαύρο, γερακωτή μεγάλη μύτη’ μαλλιά μακρυά κυματιστά.

Μικρό κόκινο φέσι στραβοφορεμένο. Τέλος, πρόσωπο που χτυπάει και ξαφνίζει, και που του κάκου θα γύρευε κανείς να βρη σ’ έναν Ευρωπαίο το ταίρι του».

Οι Αρβανίτες έτρεμαν κυριολεκτικά το Κολοκοτρωναίκο σπαθί. Γι’ αυτό κι’ ο φοβερώτερος όρκος τους ήταν: Να μη γλυτώσω απ’ το σπαθί του Κολοκοτρώνη!.

Δείτε μερικούς διαλόγους του γέρου του Μωριά :


Πόσο μεγάλη είναι η χώρα που γεννήθηκες; τον ρώτησε κάποιος ‘Αγγλος περιηγητής. -‘Εχει διακόσιους φούρνους! είπε γελώντας ο Κολοκοτρώνης. (Κάθε σπίτι στα χωριά έχει και δικό του φούρνο).


Μια γυναίκα του ζήτησε κάποια χάρη:

Αφέντη μου, τού’λεγε, κάνε μου αυτό το καλό, και σκλάβα σου να γένω!

Τί λες, μωρή ζουρλή; Εμείς για τη λευτεριά πολεμούμε κι’ εσύ θέλεις να γίνης σκλάβα μου;


Του είπαν κάποτε:

Κολοκοτρώνη, η πατρίδα θα σε ανταμείψη.

Το ξέρω, απάντησε’ εμένα θα πρωτοεξορίση.


Κάποτε φιλοξένησε εν γνώσει του το φωνιά του αδερφού του, ο οποίος νόμιζε ότι δεν τον ξέρει ο «Γέρος».

Παιδί μου! λέει η μάνα του, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου;

Σώπα μάννα’ είπε ο στρατηγός. Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου.


Από τη στιγμή, που ο Κολοκοτρώνης ανακατεύτηκε στην πολιτική, έχασε τα νερά του. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε το σφάλμα του και ξαναγύρισε στ’ άρματα. Διηγόταν μάλιστα και το ακόλουθο μύθο, για να δείξη πως την έπαθε, όταν πήγε να γίνη πολιτικός: ‘Ενας λύκος άρπαξε ένα αρνί από το μαντρί και πήγε παραπέρα να το φάει.

Κυρ λύκο, θα με φας, το ξέρω, είπε το αρνί. Γι’ αυτό όμως το καλό, κάνε μου και μένα αυτή τη χάρη: τραγούδα μου λιγάκι, γιατί έχεις πολύ γλυκιά φωνή και μένα μου αρέσουν τα τραγούδια.

‘Αφησε ο λύκος το αρνί κι άρχισε να ουρλιάζη. Τον άκουσαν τότε τα σκυλιά και τον πήραν στο κυνηγητό. Είδε κι έπαθε, ώσπου να γλυτώσει. Τότε στάθηκε ψηλά στη ράχη κι αγναντεύοντας το μαντρί είπε:

Τί ήθελα εγώ να κάμω τον τραγουδιστή; Καλά να πάθω!.


‘Ελεγε κι αυτόν το μύθο: Η κουκουβάγια είχε βρωμίσει πολύ τη φωλιά της κι αποφάσισε να κατοικήση αλλού. Της λέει τότε ο κούκος:

Του κάκου βασανίζεσαι, όσο παίρνεις μαζί σου και τον πισινό σου.


Οι μεγάλοι καπεταναίοι της Επαναστάσεως είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον έλεγαν Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα τερτίπια του’ Γέροντα έλεγαν τον Γκούρα για την φρονιμάδα του’ Γύφτο έλεγαν τον Κολοκοτρώνη για το χρώμα του’ Γύφτο έλεγαν και τον Καραϊσκάκη. Καταδιωκόμενος ο Κολοκοτρώνης από τα κυβερνιτικά στρατεύματα στον εμφύλιο πόλεμο του 1825, στάθηκε κάτω από μια καρυδιά να ξεκουραστή. Και μονολογούσε λυπημένος:

Τί έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολάνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…

* (Γνωστή και η λαϊκή παροιμία: «Το δέντρο πώχει τον καρπό όλο πετροβολιέται».


Ο Κολοκοτρώνης σχολίασε τη δολοφονία του Καποδίστρια με τον ακόλουθο μύθο:

Κάποτε, λέει, τα γαϊδούρια πήραν την απόφαση να σκοτώσουν το σαμαρά, για ν’ απαλλαγούν απ’ τα σαμάρια κι απ’ το φορτίο, που τους έβαζαν οι άνθρωποι. ‘Ετσι κι έγινε.

Αμέσως όμως κατόπιν πήραν την πρωτοβουλία τα καλφάδια (οι μαθητευόμενοι) του σαμαρά, μα δεν ήξεραν να κάμουν καλή τη δουλειά, γιατί έχασαν το μαστορά τους.

‘Ετσι τα κακοφτιαγμένα σαμάρια άρχισαν να χτυπάνε και να πλυγώνουν τα δυστυχισμένα γαϊδούρια, που δεν άργισαν να καταλάβουν ότι με την ανόητη πράξη τους έπεσαν από το κακό στο χειρότερο…