Ερντογάν, Τουρκία

Συμφέρει τον Ερντογάν να ανεβάσει τους εθνικιστικούς τόνους με την Ελλάδα για να κερδίσει πόντους στο επικείμενο δημοψήφισμα. Μέχρι που θα φθάσει;

Του Ευριπίδη Τσακιρίδη*

Η επιλογή της τουρκικής πλευράς να απειλήσει με κλιμάκωση μετά την αρνητική απάντηση του Αρείου Πάγου στο αίτημα έκδοσης των οκτώ Τούρκων στρατιωτικών δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει. Αυτήν την περίοδο, βασικός στόχος του Ρ.Τ. Ερντογαν είναι η ολοκλήρωση, μέσω δημοψηφίσματος, της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων του πολιτειακού συστήματος της γειτονικής χώρας προς μία προεδρική μορφή.

Συνεπώς, η τουρκική πολιτική ηγεσία δύσκολα θα έχανε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει, όπως έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, την εξωτερική πολιτική ως εργαλείο δημιουργίας και διατήρησης εκλογικών συσπειρώσεων και συνασπισμών στο εσωτερικό.

Το βασικό πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Ρ. Τ. Ερντογαν είναι να εξασφαλίσει ότι το τουρκικό εκλογικό σώμα θα επικυρώσει, στο δημοψήφισμα που προγραμματίζεται για την Άνοιξη, τις συνταγματικές αλλαγές οι οποίες ψηφίστηκαν πρόσφατα στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση και στοχεύουν στη μετατροπή του τουρκικού πολιτεύματος από ένα κοινοβουλευτικό σύστημα σε ένα σύστημα με κέντρο την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Ένα θετικό αποτέλεσμα σε αυτό το δημοψήφισμα θα διαμορφώσει συνθήκες προσωπικής πολιτικής ηγεμονίας για τον Τούρκο Πρόεδρο, διευρύνοντας τις εξουσίες της θέσης που κατέχει και δίνοντάς του το δικαίωμα να παραμείνει σε αυτό το ανώτατο πολιτειακό και πολιτικό αξίωμα μέχρι το 2029.

Αντιθέτως, μία απόρριψη των αλλαγών θα αποτελέσει σημαντική πολιτική ήττα για τον Ερντογαν και θα σημάνει πιθανόν την αρχή μίας σταδιακής διαδικασίας πολιτικής αποδόμησής του.

Παρά τη σημαντική προσωπική απήχηση που ο Ερντογάν απολαμβάνει στο τουρκικό εκλογικό σώμα, ειδικά μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου καλοκαιριού, οι πολιτειακές αλλαγές που προτείνει δεν τυγχάνουν της ίδιας ευρείας αποδοχής. Συγκεκριμένα, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις τοποθετούν το ποσοστό του ΝΑΙ στο 53 τοις εκατό, γεγονός που ούτε μεγάλη εμπιστοσύνη εμπνέει, ούτε ένδειξη πολιτικής ισχύος και ευρείας νομιμοποίησης είναι, ειδικά αν συνυπολογιστεί η βαρύτητα του ερωτήματος που τίθεται στο εκλογικό σώμα.

Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψη τον κίνδυνο η τουρκική οικονομία να συνεχίσει το επόμενο διάστημα τη ραγδαία καθοδική της πορεία, το ενδεχόμενο αυτό το οριακό ποσοστό να αντιστραφεί μέχρι την Άνοιξη δεν είναι καθόλου απίθανο.

Το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής προσφέρει στον Ερντογάν δύο κύριες στρατηγικές επιλογές, μέσω των οποίων μπορεί να επιδιώξει τη συσπείρωση του τουρκικού εκλογικού σώματος, εν όψει του δημοψηφίσματος:

 

 

Εικόνα 1: Ισοζύγιο θετικών και αρνητικών απόψεων τουρκικής κοινής γνώμης για άλλες χώρες, 2015 – Πηγή: gmfus.org

 

Πρώτη επιλογή είναι να στραφεί, όπως έκανε και στο παρελθόν, προς μία φιλο-ισλαμική και αντι-ισραηλινή εξωτερική πολιτική. Η στρατηγική αυτή βασίζεται στην έντονα αρνητική στάση της τουρκικής κοινής γνώμης απέναντι στο Ισραήλ. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται στην Εικόνα 1, σε έρευνα του German Marshal Fund που διεξήχθη τον Ιούλιο του 2015, το 88 τοις εκατό του δείγματος απάντησε ότι έχει αρνητική εντύπωση για το Ισραήλ.

Ταυτόχρονα, έρευνα του πανεπιστημίου Kadir Has που δημοσιεύθηκε το Μάιο του 2015 τοποθετούσε το Ισραήλ στην κορυφή των παραστάσεων απειλής των ερωτηθέντων, καθώς κατέγραφε ότι το 42,6 τοις εκατό διατύπωσε την άποψη ότι η χώρα αυτή αποτελεί εχθρό της Τουρκίας.

Η επαναφορά της καλλιέργειας κλίματος αντιπαράθεσης με το Ισραήλ συναντά, όμως, πολλά πρακτικά εμπόδια. Κύριο μεταξύ αυτών είναι το γεγονός ότι η συνεργασία του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP), το οποίο έχει εκφραστεί ανοιχτά υπέρ της επαναπροσέγγισης με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, είναι απαραίτητη για την εκλογική επιτυχία του ΝΑΙ στο επερχόμενο δημοψήφισμα.

Συγκεκριμένα, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και το, κουρδικό, Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (HDP) αναμένεται να στηρίξουν σθεναρά το ΟΧΙ, γεγονός που σημαίνει ότι ο κομματικός μηχανισμός του MHP είναι σε αυτήν τη συγκυρία ο μοναδικός ουσιαστικός πολιτικός σύμμαχος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP).

Αν, μάλιστα ληφθεί υπ’ όψη, όπως φαίνεται στην Εικόνα 2, ότι σε περιόδους οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας το τουρκικό εκλογικό σώμα εμφανίζει ιστορικά μία ροπή προς τα Δεξιά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ιστορικά υψηλότερο ποσοστό των Τούρκων ψηφοφόρων που έχουν τοποθετήσει τον εαυτό τους ιδεολογικά στην Άκρα Δεξιά είναι 24,2 τοις εκατό, τότε το κίνητρο του Ερντογαν και του AKP για υιοθέτηση της εθνικιστικής πολιτικής ατζέντας καθίσταται εμφανές.

[Εικόνα 2] : Διαχρονικές μεταβολές ιδεολογικής τοποθέτησης τουρκικού εκλογικού σώματος. Πηγή: Ali Carkoglu and Kalaycioglu Ersin, Turkish Democracy Today: Elections, Protest, and Stability in an Islamic Society (London: Tauris, 2007), 116.
Με βάση αυτήν τη λογική, είναι εύκολα κατανοητό γιατί η δεύτερη επιλογή από το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής που ο Τούρκος Πρόεδρος έχει στη διάθεσή του για να στηρίξει την επικράτηση του ΝΑΙ στο επερχόμενο δημοψήφισμα είναι η διατήρηση της σκληρής στάσης σε θέματα όπως το Κουρδικό, η κρίση της Συρίας, το Κυπριακό και τα Ελληνοτουρκικά.

Το γεγονός, μάλιστα, ότι ούτε η Ελλάδα (όπως φαίνεται στην Εικόνα 1) απολαμβάνει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αποδοχής στην τουρκική κοινή γνώμη, ενισχύει το κίνητρο της πολιτικής ηγεσίας της γειτονικής χώρας να εμπλακεί σε κάποιου είδους αντιπαράθεση συγκεκριμένα με τη χώρα μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αρνητική απάντηση στο αίτημα της έκδοσης των οκτώ στρατιωτικών αποτέλεσε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για την τουρκική πολιτική ηγεσία να τρίξει δημοσίως τα δόντια της απέναντι στην Ελλάδα.

Η απειλή του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών περί ακύρωσης της διμερούς συμφωνίας για το προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί μία κίνηση που εντάσσεται σε αυτήν την ευρύτερη λογική.

Με βάση την παραπάνω ανάλυση συνάγονται τρία συμπεράσματα για την ελληνική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας:

Πρώτον, το υψηλό εσωτερικό πολιτικό κίνητρο για αντιπαράθεση με τη χώρα μας σημαίνει ότι, μέχρι την ολοκλήρωση του δημοψηφίσματος, η Τουρκία είναι πιθανό να εκμεταλλευθεί οποιαδήποτε ευκαιρία της παρουσιαστεί για να ανεβάσει τους τόνους. Ελλείψει κάποιας δοτής ευκαιρίας, ενδέχεται να προχωρήσει η ίδια σε δικές της πρωτοβουλίες δημιουργίας κλίματος αντιπαράθεσης, όπως έκανε πρόσφατα με τις αναφορές στη Συνθήκη της Λοζάνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί μία απλή αφορμή για κλιμάκωση, όχι την ουσία αυτής.

Δεύτερον, η ελληνική πλευρά πρέπει να αποφύγει τόσο τις κατευναστικές αντιδράσεις όσο και την έντονη αντιπαράθεση. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις εξυπηρετούν τη στρατηγική της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας, καθώς ο κατευνασμός της δίνει τη δυνατότητα να προβάλει στο εσωτερικό μία εικόνα ισχύος, ενώ η έντονη αντιπαράθεση της επιτρέπει να διατηρεί το θέμα στην επικαιρότητα και να προβάλει μία εικόνα διαρκούς σύγκρουσης με εξωτερικούς εχθρούς.

Με βάση αυτήν την εκτίμηση, η καλύτερη αντίδραση στην προκειμένη περίπτωση είναι η ήρεμη υπενθύμιση προς την τουρκική πλευρά ότι τα ελληνικά δικαστήρια αποφασίζουν κυρίαρχα και στη βάση των κανόνων δικαίου.

Επίσης, λαμβάνοντας υπ’ όψη την εικόνα που επικράτησε τις πρώτες μέρες μετά την άφιξη των Τούρκων στρατιωτικών στην Ελλάδα, είναι χρήσιμο τα κυβερνητικά στελέχη οποιουδήποτε βαθμού να αποφεύγουν τις δημόσιες δηλώσεις για το θέμα.

Τέλος, η διατήρηση της υψηλής ετοιμότητας του ελληνικού αμυντικού συστήματος συνεχίζει να αποτελεί κρίσιμη προτεραιότητα.

 

* Ο Ευρυπίδης Τσακιρίδης είναι αμυντικός αναλυτής, υποψήφιος Διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και επικεφαλής της Ερευνητικής Ομάδας Ειδικών Θεμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου. Δείτε περισσότερα για τις επιστημονικές του δημοσιεύσεις στην προσωπική του ιστοσελίδα

ΣΧΟΛΙΑ