τρομοκρατία

Μια ιδιαίτερα ξεχωριστή και ενδιαφέρουσα  προσέγγιση στην τρομοκρατία, από τη γέννησή της μέχρι σήμερα.

 

 

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσιάκαλος (Συνταγματάρχης ε.α.)

Πολλά χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου και ιδιαίτερα στις δεκαετίες του 1970 και 1980, πλήθος νέων στις δυτικές κοινωνίες προσεγγίζονταν από πράκτορες των χωρών του υπαρκτού Σοσιαλισμού προκειμένου να υπηρετήσουν στις μυστικές υπηρεσίες των χωρών αυτών.

Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των νέων ήταν ο βίαιος χαρακτήρας τους και η εξαιρετικά δυσμενής οικονομική τους κατάσταση.

Πολύ δουλειά επίσης είχε γίνει στη Λατινική και Νότια Αμερική, περιοχές στις οποίες δρούσαν ανταρτικά κινήματα με σαφή κομμουνιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό.

Εκεί υπήρχε και η δυνατότητα στρατολόγησης πλήθους ανθρώπων οι οποίοι δεν είχαν τίποτα να χάσουν αλλά πολλά να κερδίσουν.

Πολλοί από τους στρατολογηθέντες αυτούς νέους εντάχθηκαν σε ένοπλες ομάδες, αφού εκπαιδεύτηκαν σε ένοπλο αγώνα πόλεων, στα εκρηκτικά και στις τακτικές για αγώνα σε κατοικημένους τόπους.

Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, ήταν μεταξύ των χωρών στις οποίες αυτές οι ένοπλες ομάδες είχαν σα βάση τόσο για την παραμονή τους όσο και για τη δράση τους.

Η Παλαιστινιακή οργάνωση PLFP, ο Ένοπλος Αγώνας του Ίλιτς Ραμίρεζ «Κάρλος», οι ιταλικές Ερυθρές Ταξιαρχίες, η Ελληνική 17 Νοέμβρη και η Γερμανική Φράξια – Κόκκινος Στρατός, ήταν υπεύθυνοι για πάμπολα τρομοκρατικά χτυπήματα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή με αρκετά αθώα θύματα μεταξύ των ετών 1970 – 1990.

Η μεταψυχροπολεμική εποχή

Η λήξη του ψυχρού πολέμου βρίσκει μια γενιά τρομοκρατών χωρίς ιδεολογική κάλυψη και κυρίως χωρίς χρηματοδότηση, μιας και ο κεντρικός χρηματοδότης, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πιά.

Μαζί με μια γενιά καλά εκπαιδευμένων πρακτόρων που έμειναν χωρίς δουλειά και κυρίως κυνηγημένοι από όλους, άρχισαν να «πουλάνε» συστηματικά υπηρεσίες εκεί που υπήρχε άφθονο χρήμα αλλά και ελάχιστη γνώση για το θέμα της τρομοκρατίας και ειδικά για τον ένοπλο αγώνα στις πόλεις.

Πολλοί πλούσιοι Άραβες, έπεσαν στη φάκα των άριστα εκπαιδευμένων πρώην ιδεολόγων τρομοκρατών και πρακτόρων και έγιναν χορηγοί τους με αντάλλαγμα την αποδοχή από την πλευρά τους του Ισλάμ.

Ακόμη και ο περιβόητος Κάρλος το Τσακάλι ασπάστηκε το Μουσουλμανισμό στο Σουδάν και προσπάθησε να προσφέρει τις πανάκριβες υπηρεσίες του στους φυλάρχους της περιοχής.

Άλλοι, λιγότερο γνωστοί και λιγότερο εκτεθειμένοι στη δημοσιότητα τα κατάφεραν καλύτερα με κορυφαίους εκείνους των Ερυθρών Ταξιαρχιών που βρήκαν στέγη, τροφή και στοργή στη Σαουδική Αραβία.

Εκεί, με πακτωλούς χρημάτων προερχόμενους από ακραία στοιχεία της τοπικής κοινωνίας, κατάφεραν κάτω από τη μύτη των όχι και ιδιαίτερα αποτελεσματικών υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας, να οργανώσουν δίκτυα τρομοκρατίας κατά τα πρότυπα των πρώην κομμουνιστικών ομάδων ένοπλου αγώνα πόλεων.

Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, 1990 – 2000, ένα σημαντικό τρομοκρατικό δίκτυο, υπό την ανοχή των ΗΠΑ, ήταν έτοιμο να δράσει σε ολόκληρο τον κόσμο με θρησκευτικό αντί ιδεολογικό μανδύα αυτή τη φορά.

Σημαντικό στοιχείο εδώ η ύπαρξη «μαρτύρων» και οι επιθέσεις αυτοκτονίας.

Πολλοί από τους Ιταλούς, Ισπανούς και Γερμανούς τρομοκράτες, με μουσουλμανικά ονόματα πλέον, περιδιάβαιναν την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή αλλά και την Ασία για να στρατολογήσουν μέλη αλλά και να καθορίσουν στόχους για τρομοκρατικά χτυπήματα.

Μετά την Αμερικανική επίθεση στο Ιράκ, τα δίκτυα βρήκαν την ευκαιρία να οργανωθούν και να εξαπλωθούν στο Πακιστάν, Αφγανιστάν αλλά και στο Σουδάν και την Υεμένη.

Με πολύπειρα στελέχη στο σχεδιασμό επιχειρήσεων αλλά και στη δυνατότητα αποτελεσματικής εκπαίδευσης νέων τρομοκρατών, έπεσε επί τάπητος το πλάνο για τη δημιουργία κρατικού φορέα με Μουσουλμανικό προσωπείο (ISIS).

Η κρίση στη Συρία και η αφελής κίνηση του Προέδρου Ομπάμα να υποστηρίξει τη «δημοκρατική» αντιπολίτευση της Συρίας, υπήρξε βούτυρο στο ψωμί των τρομοκρατών και των εκπαιδευτών τους.

Παράλληλα, η από το 2000 και μετά στρατολόγηση νεαρών Ευρωπαίων Μουσουλμάνων, κυρίως από τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αρκετές τρομοκρατικές ομάδες σε χώρες της δυτικής Ευρώπης.

Τα πρόσφατα τυφλά χτυπήματα σε Βέλγιο, Γαλλία, Βρετανία και Ισπανία, δίνουν πλέον την εικόνα της μετάλλαξης των ιδεολογικών τρομοκρατικών χτυπημάτων σε θρησκευτικά τρομοκρατικά χτυπήματα.

Ο στόχος είναι πάντα ο ίδιος: Η συστηματική αποσταθεροποίηση των δυτικών κοινωνιών.

Ο κεντρικός σχεδιασμός φαίνεται να είναι εξαιρετικά πρόχειρος και μάλλον παρωχημένος, καθότι οι τακτικές είναι ίδιες με εκείνες προ 20 – 30 ετών.

Η κοινωνική δικτύωση δε βοηθάει ιδιαίτερα την επίτευξη του κεντρικού στόχου και οι κοινωνίες, παρά την άνοδο ακροδεξιών στοιχείων που δρουν συμπληρωματικά στην τρομοκρατία, δε φαίνεται να χάνουν τις φιλελεύθερες και προοδευτικές κατευθύνσεις τους.

Η συνεχιζόμενη «αφελής» δράση των τρομοκρατικών δικτύων δημιουργεί αξιοσημείωτη κοινωνική αντίδραση όχι εναντίον της Μουσουλμανικής θρησκείας αλλά εναντίον της ακραίας μορφής τρομοκρατίας που προσεταιρίζεται τη θρησκεία για να δικαιολογήσει τα χτυπήματα της.

Οι δυτικές κοινωνίες δεν φαίνεται να επιθυμούν να χάσουν το κεκτημένο της ελεύθερης έκφρασης ιδεών, λόγου και πολιτικών τάσεων, ως θυσία στο βωμό της εσωτερικής ασφάλειας.

Αντίθετα, δείχνουν αρκετά ώριμες ν’ αντιμετωπίσουν τη τρομοκρατία με συνεπή πολιτική ασφαλείας και χτυπώντας το κακό στη ρίζα του, εκεί δηλαδή που θα πονέσει πολύ, στην απόρριψη κάθε έννοιας κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Το νέο μεγάλο στοίχημα των τρομοκρατών είναι οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες και ο ρόλος τους στις κοινωνίες οι οποίες τους φιλοξενούν.

Ίσως αυτή η στρατηγική αποτελέσει και το κύκνειο άσμα της τρομοκρατίας με τη μορφή που την ξέρουμε, αν και η όποια νέα μετεξέλιξή της πιθανόν θα αποτελέσει εφαλτήριο για σημαντικές κοινωνικές αλλαγές με ενδεχόμενη δικαιότερη κατανομή του πλούτου.

ΣΧΟΛΙΑ
SHARE
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.