71 Αερομεταφερόμενη
Φωτογραφία αρχείου

Οι ΕΔ βρέθηκαν μπροστά σε ορυμαγδό αλλαγών που η φύση τους ως οργανισμού, ακόμη και σήμερα δεν επιτρέπει να αφομοιώσουν. Τι θα γίνει με την άμυνα της χώρας;

 

 

 

Γράφει ο Αχης Αεροπορίας Στρατού ε.α. ΜΒΑ(ΕR) Δημήτριος Σούκερας

Επισκέπτης Καθηγητής στο San Jose State University στην Διερεύνηση Aεροπορικών Ατυχημάτων.

Είναι η Jessamyn West που είπε πως, «Είναι η φαντασία που αποκαλύπτει τις αλήθειες, που η πραγματικότητα εμποδίζει». Έτσι σήμερα εύκολα θα έλεγε κανείς πως, δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα, ένα δυτικό Ευρωπαϊκό κράτος, που συμμετέχει σε διεθνείς οργανισμούς (Ε.Ε, ΝΑΤΟ) και βρίσκεται σε καθεστώς μνημονίων, με υποχρεώσεις σε πιστωτές για πολλά έτη, να δέχεται συνεχόμενες στρατιωτικές απειλές και προκλήσεις, που δεν αποκλείουν την εμπλοκή του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, αμυνόμενο των εδαφών του; λόγω μιας γενικότερης ανάφλεξης στην βαλκανική, είτε λόγω εξαγόμενης κρίσης, είτε προσπάθειας εκμετάλλευσης της γενικότερης αδυναμίας του, από γείτονα χώρα.

Είναι εμφανές πως τα προηγούμενα χρόνια τουλάχιστον, είχε γίνει αποδεκτό, το δόγμα «μη πολέμου στα όρια της Ευρώπης» και συνεπώς εμμέσως, η μικρή αναγκαιότητα τήρησης αποτελεσματικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτή ήταν μια σκέψη που κυριάρχησε ήδη από το 2005, όταν η τότε κυβέρνηση για πρώτη φορά μίλησε για το «μέρισμα ειρήνης», την διακοπή δηλαδή αύξησης στον προϋπολογισμό για την άμυνα και την εξυπηρέτηση με τα περικοπέντα κονδύλια, άλλων παραγωγικών και κοινωνικών σκοπών.




Στην ουσία ήταν η υποστήριξη των θέσεων του Jervis R.(2003) για την στρατιωτική ισχύ και την περιορισμένη της πλέον χρησιμότητα για την κρατική εξουσία, καθώς θεωρούνταν άχρηστη για την επίλυση βασικών προβλημάτων, ενώ αντίθετα ήταν η οικονομική ισχύς και η οικονομική διπλωματία που απέκτησαν την κεντρικότερη θέση στην κρατική ασφάλεια (Nye J.(1990)).

Έτσι η χώρα προχώρησε στα χνάρια αυτού του δρόμου επιλογών κι αυτό συνεχίζει να κάνει μέχρι σήμερα στα χρόνια του μνημονίου.

Από τα 6.397.000.000 ευρώ του προϋπολογισμού για την άμυνα του 2009, σήμερα έχουμε φτάσει στα 3.030.000.000 ευρώ του 2017(μείωση άνω του 52%), ενώ σήμερα τα περίπου 90.000 στελέχη και πολιτικοί υπάλληλοι του ΥΕΘΑ, καλούνται να επιβιώνουν με ψίχουλα (23.300 ευρώ μέσες μεικτές αποδοχές,35% μέσες κρατήσεις,15145 ευρώ καθαρά),και επιπλέον άκουσαν από τα χείλη της Ντόρας Μπακογιάννη(Φεβρουάριος 2017) πως είναι εφικτή μια περαιτέρω οικονομία 350 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή μια μέση μείωση 20% των αποδοχών τους, (μέσος καθαρός μισθός 12.617 ευρώ ετησίως) και αναφέρομαι μόνο σε μείωση αποδοχών, καθώς η χώρα έχει δεσμευθεί έναντι του ΝΑΤΟ από το 2006 για 2% του ΑΕΠ, μίνιμουμ δαπάνες για άμυνα και 20% από αυτές για προμήθεια νέων οπλικών συστημάτων, ενώ ήδη σήμερα στην πρώτη κατηγορία βρίσκεται στο 1,75% του ΑΕΠ και στο 15% για εξοπλισμούς.




Την ίδια ώρα η πραγματικότητα είναι πως η σχέση αμυντικών δαπανών Ελλάδας-Τουρκίας από το 100/131 του 1995 έχει βρεθεί στο 100/271 το 2015(Α.Παραράς,2016).

Οι αριθμοί καταδεικνύουν το αδιέξοδο, για όσους θέλουν να το δουν, σε κάθε περίπτωση μένει να αποφασιστεί αν μπορεί να υπάρξει περαιτέρω μείωση κόστους κι αν μπορεί εναλλακτικά να επιτευχθεί με την «υποχρεωτική αποστρατεία» ενός σημαντικού αριθμού στελεχών, (18.000 ενδεικτικά), αν και πάλι δυστυχώς θα κλονιζόταν, το δόγμα προτεραιότητας και πίστης, στο ανθρώπινο δυναμικό, έναντι της τεχνολογίας και των αριθμών, που είναι εμφανές, πως δεν μπορούμε να υπηρετούμε;

Φοβάμαι πως έστω και η φυγή μικρού αριθμού στελεχών ναι μεν θα απέφερε οικονομικά αποτελέσματα, αλλά σίγουρα θα καταβαραθρώσει περαιτέρω την συνολική μαχητική ικανότητα των εναπομενόντων. Να δηλωθεί πως, είναι οι αιτίες αυτών των συμπεριφορών, που ίσως οδηγήσουν στο «ατύχημα» και όχι τα αποτελέσματά τους.

Στην πραγματικότητα η ακολουθία του «ατυχήματος» έχει πυροδοτηθεί ανεπιστρεπτί, από την ώρα που η χώρα «άνοιξε» τα όρια ενός κλειστού συστήματος, που νωρίτερα δεν επικοινωνούσε με την υπόλοιπη κοινωνία και διοχέτευσε μέσα σε αυτό υποτίμηση και απαξία, ενώ με πράξεις απέδειξε την έλλειψη ενδιαφέροντος(αλήθεια αυτό δεν δείχνει η μη συμμόρφωση στις αποφάσεις των δικαστηρίων;) και «σκότωσε» την πίστη των στελεχών στο αξίωμα: « Η Υπηρεσία θα μεριμνήσει για εσένα, γιατί αυτό που κάνεις είναι κάτι ιδιαίτερο».

Ξέρετε ποτέ δεν χρειαζόταν οι πολιτικοί να ενδιαφερθούν πραγματικά για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, αρκούσε μόνο, έτσι να πίστευαν εκείνα.

Όμως δυστυχώς η ισορροπία όχι μόνο διαταράχθηκε, αλλά οι Ε.Δ βρέθηκαν μπροστά σε ορυμαγδό αλλαγών που η φύση τους ως οργανισμού, ακόμη και σήμερα δεν επιτρέπει να αφομοιώσουν.




Οι Ε.Δ διέθεταν πάντοτε μια αμυντικού τύπου γραφειοκρατικού τύπου κουλτούρα, που «κατασκευαστικά», αντιστέκεται στην αλλαγή.

Το μνημόνιο έφερε σκληρότερες εργασιακές πολιτικές και μετακινεί την κουλτούρα σε περισσότερο παθητικά-αμυντικά μονοπάτια.

Είναι εμφανές πως έχει γίνει συνειδητή επιλογή, προβλήματα στελεχών που για σειρά ετών έμειναν αχαρτογράφητα και είναι αυτά που στο παρελθόν τα οδήγησαν να αποχωρούν μαζικά, καθώς η εργασιακή τους δυσαρέσκεια παγιώθηκε σε συνθήκες εργασίας μη σύμφωνες με τα αξιακά τους πρότυπα,Locke(1969), σήμερα να συνεχίζουν να βρίσκουν θέση, βαθύτερα κάτω από το χαλί.

Μπορεί σήμερα με τα μέτρα που ήδη έχουν ληφθεί εναντίον τους, να έχει εξασφαλιστεί η υποχρεωτική διακράτησή τους και με τις συνθήκες που το κράτος επιθυμεί, όμως καθόλου δεν ενισχύεται το αίσθημά τους για την ισότητα που απολαμβάνουν στην κοινωνία έναντι των υπολοίπων, μιάς και ο Adams(1965) διατείνεται, σύμφωνα με την θεωρία της ισότητας, πως ο εργαζόμενος μειώνει την απόδοση του αν και μόνο αντιλαμβάνεται μια έστω και υποτιθέμενη αδικία σε βάρος του.

Δεν είναι κάτι που προκύπτει κάτω από σαφές σχέδιο των στρατιωτικών, αλλά είναι μια διεργασία στον συναισθηματικό τους κόσμο, πέρα από τον έλεγχό τους, με αρνητική βαρύνουσα σημασία, όπως λέει και ο Terry Lam, αφού σωρευτικά διενεργούνται οι ματαιώσεις των προσδοκιών τους.

Θα ήταν εύκολο συνολικά να μην είχαμε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τα στελέχη των Ε.Δ και την άμυνα γενικότερα, αν ήδη δεν ήταν ξεκάθαρο, πως η οικονομική μας ισχύς και η οικονομική μας διπλωματία, είναι απολύτως βέβαιο, πως δεν μπορεί να διατηρήσει την κρατική μας ασφάλεια.

Είναι κατανοητό πως αν γινόμασταν πιεστικοί, οι πολιτικοί μας με το μόνο που θα μπορούσαν να εξηγήσουν την στάση τους, θα ήταν μια φράση που αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα: «Ένας στρατός είναι ισχυρότερος ανάλογα με το πόσο χειρότερα τρέφεται».

Είναι γεγονός πως οι σκέψεις του Ρωμαίου Αυτοκράτορα πολύ απέχουν από τον Herzberg(1959) που έλεγε πως, δεν υφίσταται παρά μόνο εργασιακή δυσαρέσκεια όταν και μόνο μερικώς ικανοποιούνται οι ανάγκες υγιεινής και καθόλου οι ανάγκες υποκίνησης.

Μπροστά στις επικλήσεις ενός αδιόρατου «ηθικού», του παράγοντα που θα μας φέρει την νίκη, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε πως, αποδεχόμαστε οτιδήποτε επιστημονικά μπορεί να μετρηθεί. Δυστυχώς σήμερα πλέον στην χώρα έχουμε φθάσει στα όρια της προσευχής του Reinhold Niebuhr:

«Θεέ μου δώσε μου την πνευματική ηρεμία να αποδεχθώ τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, το κουράγιο να αλλάξω εκείνα που μπορώ να αλλάξω και την Σοφία να αντιλαμβάνομαι την διαφορά».

LEAVE A REPLY