Οι τελευταίες μειώσεις συντάξεων αλλά και η συνολική απαξίωση των αποστράτων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, δίνουν το στίγμα για το μέλλον. Η παροιμία “όποιος φεύγει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος” φαίνεται να ταιριάζει γάντι στον Κλάδο των στρατιωτικών. Όποιος αποστρατεύεται πλέον θα χάνει ένα σημαντικό μέρος των εισοδημάτων του.

Το ΥΠΕΘΑ προκειμένου να μειώσει το μισθολογικό κόστος φαίνεται να έχει προσανατολιστεί σε μαζικές αποστρατείες στο βαθμό του συνταγματάρχη κατά τις επόμενες κρίσεις. Δεν εξηγείται αλλιώς η προαγωγή και παραμονή στο βαθμό έξι τάξεων της ΣΣΕ (1988 – 1993). Ο Στρατός Ξηράς γέμισε συνταγματάρχες και πλέον αναλαμβάνουν κατά συρροή καθήκοντα τμηματαρχών σε διευθύνσεις και υπηρεσίες. Για να δώσουμε τη διαφορά αρκεί ν’ αναφέρουμε πως 2-3 χρόνια πριν, βρισκόταν και αντισυνταγματάρχες διευθυντές διευθύνσεων.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει έντονο άγχος στις τάξεις των αξιωματικών (είτε προέρχονται από ΑΣΕΙ είτε από ΑΣΣΥ) για το πως μπορούν να παραμείνουν περισσότερο χρόνο στο στράτευμα. Το πρόσφατο νομοσχέδιο του ΥΠΕΘΑ φαίνεται πως δίνει τη δυνατότητα αυτή με την επιλογή να μείνει κάποιος Εκτός Οργανικών Θέσεων (ΕΟΘ). Όμως πόσες μπορούν να είναι αυτές οι οργανικές θέσεις;

Η ουσία είναι πως το μέλλον όσων αποστρατεύονται δε θα είναι ρόδινο. Ακόμα κι εκείνοι που αποστρατεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια έχουν μείζον πρόβλημα καθότι αλλιώς είχαν σχεδιάσει τη ζωή τους κι αλλιώς κατέληξαν. Ένας μεγάλος αριθμός αποστράτων στελεχών ηλικιών από 50 – 60 ετών αναζητά συμπληρωματικό εισόδημα. Η απόφαση της πολιτείας να τιμωρήσει όσους είναι συνταξιούχοι και θέλουν να εργαστούν ήρθε να δώσει το τελικό χτύπημα. Αν εργάζεται κάποιος δεν έχει σύνταξη. Η αιτιολογία είναι πως δε μπορεί κάποιος που παίρνει χρήματα ως συνταξιούχος να “κλέβει” θέσεις εργασίας από κάποιους άλλους.

Η ανεργία που πλέον δε φαίνεται να αντιμετωπίζεται, παρά την άνθηση των αριθμών, έχει ήδη διώξει πολύ κόσμο εκτός Ελλάδος. Η αναφορά του πρωθυπουργού πρόσφατα στη ΔΕΘ σε κείνους τους νέους που ξενιτεύτηκαν είναι μάλλον ατυχής. Οι απόστρατοι που θέλουν να δουλέψουν καλούνται είτε να κάνουν μαύρη εργασία είτε να μπουν σε διαδικασίες που βρίσκονται στα όρια της νομιμότητας.

Ο νομοθέτης (εκών άκων) κατόρθωσε να βάλει στη γωνία ένα σημαντικό κεφάλαιο για τη χώρα και την οικονομία της. Άνθρωποι με γνώσεις, εμπειρία, εξειδίκευση αλλά και όρεξη για δουλειά, είναι αναγκασμένοι να μπαίνουν σε “καφενειακές” ή “λεσχιακές” συνθήκες ζωής.

Το καθεστώς δε φαίνεται ν’ αλλάζει, αρχικά γιατί κανείς δε μιλάει και δε θέτει το θέμα στη σωστή του βάση. Οι δημόσιες επενδύσεις που μπορούν συνολικά να γίνουν προκειμένου να διαφοροποιηθεί μια κατάσταση δεν είναι μεγάλες. Και πως διαφοροποιείται; Με μεθόδους που στο εξωτερικό είναι πλέον παράδοση και κανόνας. Σχεδόν σε όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ, ακόμα και στις πλέον αδύναμες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Εσθονία, Αλβανία, Λετονία, Λιθουανία, Μαυροβούνιο, Ουκρανία) υπάρχουν προγράμματα επανένταξης (resettlement) των αποστράτων στον κοινωνικό ιστό μέσα από τη εργασία.

Κάποια από το προγράμματα αυτά τα επιδοτεί το ΝΑΤΟ και δικαίωμα σε τέτοιου είδους επιδοτήσεις έχουν όλες οι χώρες χωρίς εξαίρεση. Η Ελλάδα δεν έχει δώσει ποτέ σχέδιο για επανένταξη αποστράτων και δεν έχει ζητήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία υπάρχουν ενεργά τέτοια προγράμματα με εξωστρεφή στόχευση, δηλαδή θέσεις εργασίας στο εξωτερικό.

Ο άλλος φορέας χρηματοδότησης τέτοιων προγραμμάτων είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν υπάρχει καμία χώρα στην ΕΕ που να απαγορεύει σε συνταξιούχους να εργάζονται και μάλιστα διαθέτουν και κίνητρα γι’ αυτό. Η περικοπή συντάξεων κατά ένα ποσοστό υφίσταται ως μέτρο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά η εργασία είναι εκείνη που προωθείται και όχι το υποχρεωτικό άραγμα.

Οι συνεχείς, αμφισβητούμενες και αρκετά βλακώδεις νομοθετικές ρυθμίσεις για το καθεστώς των αποστράτων έχει φέρει πολύ κόσμο σε απόγνωση. Δεν είναι μόνο οι ίδιοι οι απόστρατοι και οι οικογένειές τους, αλλά και πολλοί άλλοι. Τα στρατιωτικά πρατήρια, εκείνοι που με τον οποιοδήποτε τρόπο ωφελούνται από τη δυνατότητα κατανάλωσης των αποστράτων αλλά και η αδυναμία τω τελευταίων να στηρίξουν επιχειρηματικές δραστηριότητες των παιδιών τους, αποδεικνύουν του λόγου το ασφαλές.

Ένα από τα βασικά αιτήματα των Ενώσεων Αποστράτων θα έπρεπε λογικά να είναι η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για την εργασία των αποστράτων. Αν ψάξει κανείς στις προγραμματικές δηλώσεις των διοικητικών συμβουλίων των ενώσεων αυτών δε θα βρει καμία αναφορά. Προτιμούν την τακτική της ζητιανιάς και του ότι έχετε ευχαρίστηση.

Οι απόστρατοι δε μπορούν να ζήσουν με την ελπίδα και τις υποσχέσεις, Οφείλουν όμως να δράσουν και ν’ αντιδράσουν δυναμικά για να κερδίσουν την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Η μίζερη πρακτική του συνεχούς σχολιασμού και της νοοτροπίας του “απατημένου συζύγου” έχει αποδειχθεί άκρως αναποτελεσματική και καταστροφική.

Το γεγονός είναι πως οι απόστρατοι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από την πολιτική ηγεσία, όποια κι αν είναι αυτή. Το κράτος που λέγεται Ελλάδα δε μπορεί να πάει κόντρα στις ασφυκτικές δημοσιονομικές πολιτικές που είτε επιβάλλονται από τους δανειστές είτε από το πολιτικό σύστημα για να επιβιώσει. Ένας πολύ μικρός αριθμός αποστράτων που συμπράττει με κομματικές δομές δεν είναι δυνατόν να στηρίξει τα συμφέροντα των αποστράτων απλά και μόνο γιατί είναι σχεδόν πάντα αντίθετα με τα στενά κομματικά συμφέροντα. Το παρελθόν το έχει αποδείξει πολλές φορές και επειδή το πολιτικό σύστημα είναι το ίδιο κι απαράλλαχτο το δεδομένο αυτό δεν αλλάζει.

Συνεπώς, δια της ατόπου απαγωγής, είναι προφανές πως οι απόστρατοι, αν θέλουν να έχουν στον ήλιο μοίρα πρέπει να πάρουν αποφάσεις και να κυνηγήσουν λύσεις. Είτε θεσμικά είτε εξωθεσμικά η βελτίωση του οικονομικού επιπέδου των αποστράτων αλλά και του κοινωνικού τους status, περνάει μέσα από την εργασία και την ένταξή τους στον κοινωνικό ιστό. Αυτός είναι ένας απόλυτα ρεαλιστικός στόχος που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τεχνοκρατικό σχεδιασμό και μεθοδολογική πρακτική.

LEAVE A REPLY