Του Συνταγματάρχη (ε.α.) Κωνσταντίνου Τσιάκαλου, Προέδρου και Γενικού Διευθυντή της MSETT Hellas

Είναι γνωστό το θεατρικό έργο του Νομπελίστα Ιρλανδού συγγραφέα Σάμουελ Μπέκετ “Περιμένοντας τον Γκοντό”, όπου δύο ταλαίπωροι άνθρωποι περιμένουν κάποιον που ποτέ δεν έρχεται. Πολλές φορές, συνειρμικά, μου έρχεται στο μυαλό όταν ακούω από κυβερνητικούς παράγοντες να μιλάνε για τις επενδύσεις που έρχονται, αλλά ποτέ δε φτάνουν.

Εδώ και αρκετά χρόνια, πάνω από επτά, η Ελληνική κοινωνία βιώνει μια κατάσταση που την έχει φέρει σε ακραίες και αυτοκαταστροφικές συνθήκες. Η διαρκής και συστηματική ασυνέπεια λόγω και έργων του πολιτικού προσωπικού, ανεξαρτήτως κόμματος, ιδεολογίας ή συνθηκών, θεωρητικά θα ανησυχούσε τον Ελληνικό λαό. Όμως η κουτοπόνηρη αντιμετώπιση των συλλογικών και συνολικών προβλημάτων, απότοκος της οθωμανικής σκέψης, καθοδηγούν τον Έλληνα ψηφοφόρο στη συντήρηση ενός πολιτικού συστήματος με έντονο άρωμα “θα φάμε μαζί”. Η ρήση του Θεόδωρου Πάγκαλου, πως οι πολιτικοί κι λαός “τα έφαγαν μαζί” αποτελεί την προφανή απόδειξη του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Ο κρατισμός και η συντήρηση των επιχειρήσεων κάθε μορφής και αντικειμένου από τον κρατικό προϋπολογισμό, υπήρξε η πλέον έντονη και σαφής αιτία για την πτώχευση του Ελληνικού κράτους που βιώσαμε και βιώνουμε ακόμα, παρά την παρέλευση των μνημονίων. Η Ελληνική οικονομία όντας σε καθεστώς σκληρής επίβλεψης από τα όργανα της ΕΕ αλλά και από τις ΗΠΑ μέσω του ΔΝΤ, δε μπορεί να ορθοποδήσει με κανέναν τρόπο. Είναι δε προφανές πως οι όποιες προσπάθειες επενδύσεων ή και αναπτυξιακής πρακτικής σκοντάφτουν πάντα σε γραφειοκρατκές διαδικασίες, σε νομιμοφανή αντίδραση ενός πολιτικού κατεστημένου και ενδεχομένως στην αδιαφορία του μέσου Έλληνα για το μέλλον της πατρίδας όταν έχει εξασφαλίσει την ατομική του επιβίωση.

Ποιός είναι εκείνος που θέτει την ατομική του επιβίωση σε δεύτερο πλάνο προκειμένου να ορθοποδήσει το Κράτος; Είναι αυτή μια πρακτική ή μια φιλοσοφία την οποία ο μέσος Έλληνας την ασπάζεται και την υιοθετεί; Η απάντηση είναι περιττή, την ξέρουμε όλοι. Από την άλλη πλευρά, ακούγονται δειλά όλο και περισσότερες φωνές πως αρμενίζουμε στραβά. Όμως τόσο οι καπεταναίοι του καραβιού όσο και το πλήρωμα και οι επιβάτες δεν αναλαμβάνουν καμία πρωτοβουλία για ν’ αλλάξει ρότα το πλεούμενο με το ιστορικό όνομα “Ελλάς”. Γιατί αυτό έχει κόστος. Πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, καθημερινό εν τέλει κόστος το οποίο θα το ΞΑΝΑ πληρώσουμε όλοι. Έλα όμως που φαίνεται πως είναι μονόδρομος για την επιβίωση του κράτους μας η ανοιχτή αντιπαράθεση με τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Κι επειδή η θεωρία είναι καλή σα βάση συζήτησης αλλά μέχρι εκεί, η πράξη είναι αυτή που αλλάζει τα πράγματα. Και η πράξη για να είναι αποτελεσματική προϋποθέτει σχεδιασμό με ρεαλισμό, αξιολόγηση συχνή και συγκεκριμένη στόχευση. Φαίνεται πως έχουμε πάρει το λάθος δρόμο περιμένοντας το “θείο απ’ την Αμέρικα” και κάποιοι δεν το καταλαβαίνουν ή δε θέλουν να το καταλάβουν καθότι αυτοί εξασφάλισαν τη δική τους επιβίωση. Όμως τι γίνεται με τους πολλούς, αυτούς που καθημερινά διαμαρτύρονται, γκρινιάζουν και τα έχουν με τη μαύρη μοίρα τους που τους έφερε να ζήσουν σ’ αυτό τον τόπο;

Σ’ αυτούς λοιπόν κάποιος οφείλει να τους πει με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο πως για ν’ αλλάξουν τη μοίρα τους έχουν υποχρέωση να δουλέψουν, με στόχο, με όραμα, συνεργατικά και κυρίως να μην περιμένουν από κανέναν τίποτα. Δεν υπάρχουν σωτήρες, δεν υπάρχουν μάγοι, δεν οφείλεται τίποτα στην τύχη. Ο Θεός αγαπάει αυτό τον τόπο που εμείς τον λέμε Ελλάδα, γιατί του έχει δώσει τα πάντα. Καλό κλίμα, καλό υπέδαφος, εξαιρετικό έδαφος, μοναδική ομορφιά αλλά κυρίως αρμονία. Η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, η καινοτομία, η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ προσπάθεια και η συστηματική και συνεχής προσπάθεια αυτοβελτίωσης αποτελούν τη βάση για το θαύμα. Γιατί τα θαύματα συμβαίνουν όταν τα πιστέψεις, η διδασκαλία του Ιησού Χριστού, του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα το έχουν αποδείξει στην πράξη. Η Ελληνική ιστορία και παράδοση είναι γεμάτη από θαύματα.

Ποιό όμως είναι το θαύμα που πρέπει να κυνηγήσουμε, να πιστέψουμε και να τελικά να ζήσουμε σαν κράτος και σαν κοινωνία; Η απάντηση είναι σαφής και απόλυτη: Η δημιουργία πλούτου. Και πως γίνεται αυτό; Με έναν και μοναδικό τρόπο: Με πολύ κόπο και αγώνα, με λιγότερους καφέδες στις καφετέριες, με λιγότερη διασκέδαση, με λιγότερη γκρίνια, με λιγότερο καυγά για το ποιός έχει δίκιο και με φιλοσοφία ζωής διαφορετική από εκείνη του “να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα”.

Έχουμε τη δυνατότητα να αναπτύξουμε πολλούς τομείς της οικονομίας και μάλιστα με σχετικά μικρό κόστος επένδυσης. Όμως εκεί που μάλλον πρέπει να ρίξουμε βάρος είναι η πρωτογενής παραγωγή, οι ποιοτικές υπηρεσίες και η τεχνολογία αιχμής. Σε αντίθεση με όσους θεωρούν τον τουρισμό “βαριά βιομηχανία”, η δική μου άποψη είναι πως αποτελεί βαριά αυταπάτη. Μπορεί να θρέφει αυτή τη στιγμή μεγάλο μέρος του πληθυσμού αλλά δεν αποτελεί βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχτεί η παραγωγή πλούτου. Οι τουριστικές υποδομές, μεγάλου κόστους και μακρού χρόνου απόσβεσης δεν αποτελούν επένδυση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να παραχθεί πλούτος παρά μόνο όταν ελέγχεται πλήρως η πελατειακή βάση. Και στην Ελλάδα δε συμβαίνει κάτι τέτοιο δεδομένου πως η τουριστική αγορά είναι αιχμάλωτη των μεγάλων τουριστικών πρακτόρων του εξωτερικού.

Αντίθετα, ο αγροτικός τομέας και ο τομέας της διατροφής, αν συνδυαστεί με τη σύγχρονη τεχνολογία αιχμής και ένα marketing plan σε βάθος τριετίας με αντίστοιχες δημόσιες επενδύσεις, πολύ μικρού επιχειρηματικού ρίσκου, μπορεί να δώσει μια ισχυρή οικονομική βάση. Οι πολιτιστικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες είναι ένας χώρος που με την υποστήριξη της τεχνολογίας μπορεί επίσης να αποτελέσει ατμομηχανή για την οικονομία. Η Ελληνική παράδοση, η ιστορία, η πολιτισμική κληρονομιά, οι αρχαιολογικοί χώροι, η πολιτισμική εξέλιξη και ο διαχρονικός ρόλος αυτού του τόπου στην πορεία της Ευρωπαϊκής και διεθνούς ιστορίας. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και τη δημιουργική και καινοτόμα δράση των Ελλήνων επιστημόνων, ειδικά εκείνων που κατέχουν γνώση σε πεδία όπως η διαχείριση απορριμάτων (μεγάλη μάστιγα της κοινωνίας μας ο τωρινός τρόπος διαχείρισής τους), χρήσης εναλλακτικών πηγών ενέργειας, ανάπτυξης αλυσίδων ανεφοδιασμού (supply chain management), διαχείρισης δεδομένων και πληροφοριών και τεχνητής νοημοσύνης, έχουμε μια εκπληκτική βάση για τη δημιουργία επιχειρησιακών δεδομένων που μπορούν να μετεξελιχθούν άμεσα σε πηγές παραγωγής πλούτου. Αυτό που απαιτείται είναι ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ. Δε χρειάζονται άλλα προγράμματα στήριξης ανέργων, δεν χρειαζόμαστε επιδόματα σαν κοινωνία, θέλουμε ενεργοποίηση, ζητάμε από το Κράτος να στηρίξει την κοινωνία και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από παραγωγικές και δημιουργικές διαδικασίες.

Ένας κρατικός τομέας που κατά κύριο λόγο καταναλώνει Εθνικό Πλούτο είναι εκείνος της Άμυνας. Κι αυτό γιατί η όποια προσπάθεια του παρελθόντος για ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών (ΕΒΟ, ΕΛΒΟ, ΕΑΒ, ΕΑΣ, κλπ.) έγινε, βούλιαξε μέσα στη ρεμούλα, στα αντικρουόμενα συμφέροντα και στις κομματικές – συνδικαλιστικές αντιπαραθέσεις και βολέματα. Το νομικό και θεσμικό πλαίσιο για συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου τομέα πάνω στο οποίο βασίστηκαν κάποια έργα κρίθηκε από την πράξη αναποτελεσματικό, λίγο και εντελώς άχρηστο καίτοι έγιναν πολλές προσπάθειες για να βγει κάτι καλό.

Οι διαρκείς μειώσεις του αμυντικού προϋπολογισμού τα τελευταία επτά χρόνια έχουν βλάψει σε μεγάλο βαθμό τόσο τεχνικά όσο και επιχειρησιακά (κυρίως) τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας κι αυτό το ξέρουν όλοι τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος. Το χειρότερο είναι πως η πολιτική ηγεσία είτε λόγω βλακείας, είτε λόγω άγνοιας, είτε εσκεμμένα δεν το βλέπει. Το στρατιωτικό προσωπικό, εν ενεργεία και εν αποστρατεία, βρίσκει πολιτικό καταφύγιο σε ακροδεξιές, φασιστικές κι επικίνδυνες για τη χώρα πολιτικές δυνάμεις που μπορούν κάλλιστα να κάνουν μεγάλη ζημιά τόσο στο ίδιο το στράτευμα όσο και στην πατρίδα. Η πλήρης αδυναμία να παραχθεί πλούτος από τον ευρύτερο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη φτωχοποίηση του στρατιωτικού προσωπικού και την πολιτική τάση που αυτό εσχάτως εμφανίζει, δημιουργούν μια εικόνα απαισιοδοξίας και άμεσου κινδύνου.

Αν για την υπόλοιπη Ελληνική κοινωνία η παραγωγή πλούτου αφορά την επιβίωσή της, για τις Ένοπλες Δυνάμεις ενέχει θέση άμεσης προτεραιότητας για την επιβίωση της κρατικής μας υπόστασης. Μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις να γίνουν οικονομικά αυτοδύναμες; Σαφώς και μπορούν. Αντί να ξεπουλάνε περιουσία, αντί της συνεχιζόμενης προμήθειας άχρηστου υλικού, αντί της υλοποίησης συμφωνιών για έργα που μπορούν να αναληφθούν από φορείς του Δημοσίου, αντί της συνεχιζόμενης για χρόνια σπατάλης εργατοωρών σε βλακώδη γραφειοκρατία, αντί του σχεδιασμού και υλοποίησης αποσπασματικών έργων, μπορούν να στοχεύσουν διαφορετικά, όπως:

  • Να απορροφήσουν δημόσιες επενδύσεις για να αναπτύξουν τεχνολογικές λύσεις που θα μειώσουν δραματικά της γραφειοκρατία.
  • Να εκμεταλλευτούν για εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς και μορφωτικούς σκοπούς την ακίνητη περιουσία τους.
  • Να αναπτύξουν προϊόντα και υπηρεσίες σε συνεργασία με ιδιωτικούς φορείς που θα πωλούνται στις χώρες με τις οποίες έχουν υπογραφεί συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας.
  • Να μειώσουν το κόστος της συνταξιοδότησης με την επανένταξη στελεχών που αποστρατεύονται στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα.
  • Να μειώσουν τις δαπάνες συντήρησης εγκαταστάσεων και υλικού με γενικευμένες συνεργασίες με φορείς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
  • Να μειώσουν δραματικά τις λειτουργικές δαπάνες με αναδιοργάνωση στα πρότυπα των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων και την αντικατάσταση μεθόδων εκπαίδευσης με σύγχρονες λύσεις επιδοτούμενες από Ευρωπαϊκά κονδύλια.
  • Να εκπονήσουν κοινά προγράμματα ανάπτυξης προϊόντων και υπηρεσιών με Ακαδημαϊκούς και ιδιωτικούς φορείς, αλλά με πρακτικό και άμεσο αποτέλεσμα και όχι σε ερευνητικό επίπεδο.

Αν όλα αυτά σχεδιαστούν και υλοποιηθούν σωστά, γρήγορα και χωρίς αναβολές, κομματικές παρεμβάσεις, υπόγειες διαδρομές και γραφειοκρατικές αναστολές, πολύ σύντομα θα παράγεται πλούτος. Η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ, όποια κι είναι αυτή, οφείλει να υπακούσει στις επιταγές της πραγματικότητας και της κοινωνίας κι όχι στις μικροκομματικές παρεμβάσεις και στις κουτσομπολίστικες ίντριγκες που τόσα χρόνια βασανίζουν τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Η Ελληνική κοινωνία χρειάζεται όραμα για ν’ αποκτήσει ελπίδα για το μέλλον, για να βρεί τη δύναμη να δουλέψει σκληρά, αποδοτικά και αποτελεσματικά. Το όραμα μπορούμε να το διαμορφώσουμε όλοι μαζί, να το παλέψουμε ενωμένοι και να το υλοποιήσουμε συσπειρωμένοι γύρω από παραδοσιακές αξίες αλλά με σύγχρονες μεθόδους. Απαιτείται ρεαλισμός, επένδυση στη γνώση, αλλαγή φιλοσοφίας ζωής και κυρίως βούληση για την παραγωγή πλούτου. Τις αυταπάτες για επενδύσεις από το εξωτερικό, για λεφτά που θα πέσουν με το τσουβάλι και για πλούτο που θα μοιραστεί στους πολλούς, οφείλουμε να τις ξεγράψουμε. Η σκληρή δουλειά, ο λεπτομερής σχεδιασμός και η διαρκής προσπάθεια είναι τα κλειδιά για μια καλύτερη επόμενη μέρα. Τα υπόλοιπα όλα είναι για λαϊκή κατανάλωση με τη μορφή κουτόχορτου.

SHARE
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.

LEAVE A REPLY