ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑ

Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, οι νέες και δύσκολες προκλήσεις για την ανάγκη της κοινωνίας να διατηρήσει την εσωτερική τάξη και η απάντηση στην απειλή.

 

 

 

Γράφει ο Χρήστος Λαμπρόπουλος, Εξωτερικός Συνεργάτης ΚΕΔΙΣΑ

Η ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας και των εφαρμογών των ηλεκτρονικών συστημάτων, δεν θα μπορούσε να αφήσει αμέτοχο τον σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος. Η «συνέργεια» που δημιουργείται μεταξύ του οργανωμένου εγκλήματος και του διαδικτύου έχει αυξήσει την ανασφάλεια στον ψηφιακό κόσμο. Όπως κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις, αναπόφευκτα λοιπόν η «αναγέννηση» των τεχνολογιών του 21ου αιώνα, μαζί με τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρονται σε υπηρεσίες/αγαθά, στον τελικό χρήστη (πολίτες, δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς & υπηρεσίες, επιχειρήσεις, κ.τ.λ.)  δίνουν την δυνατότητα στους εγκληματίες να εκμεταλλευτούν τα τρωτά σημεία ασφαλείας στο on-line περιβάλλον.

Οι πιο επιβλαβείς, είναι κακόβουλοι και εκμεταλλευόμενοι κώδικες που διακόπτουν τις λειτουργίες υπολογιστών σε παγκόσμια κλίμακα και μαζί με άλλα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, απειλούν το ηλεκτρονικό εμπόριο. Για παράδειγμα, ο αριθμός των νέων κακόβουλων αρχείων, που επεξεργάστηκε μόνο η Kaspersky Lab ανήλθε σε 360.000 την ημέρα το 2017, μέγεθος αυξημένο κατά 11,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ο αριθμός αυτός υπολογίστηκε για πρώτη φορά το 2011 και ανερχόταν σε 70.000 την εποχή εκείνη. Από τότε έχει πενταπλασιαστεί και όπως δείχνουν τα στοιχεία του 2017, εξακολουθεί να αυξάνεται.

Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο είναι συχνά παραδοσιακό έγκλημα (π.χ. απάτη, κλοπή, παιδική πορνογραφία), παρόλο που διαπράττεται γρήγορα και έχει ως αποτέλεσμα τεράστιο αριθμό θυμάτων, καθώς επίσης και μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, ζημιές και παρεμβολές σε συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενώ πολλά είδη εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο απαιτούν υψηλό βαθμό οργάνωσης και εξειδίκευσης, δεν υπάρχουν επαρκή εμπειρικά στοιχεία για να διαπιστωθεί εάν το έγκλημα στον κυβερνοχώρο κυριαρχείται τώρα από ομάδες οργανωμένου εγκλήματος και ποια μορφή ή δομή τέτοιων ομάδων μπορεί να έχουν. Η απουσία στοιχείων, σχετικά με την έκταση, το ρόλο και τη φύση των ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, εμποδίζει την ανάπτυξη αντιμέτρων.

Ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός εμπειρογνωμόνων θεωρεί ότι, το έγκλημα στον κυβερνοχώρο έχει γίνει ο τομέας οργανωμένων ομάδων και οι μέρες του μοναχικού χάκερ έχουν παρέλθει, λίγα είναι ακόμη γνωστά για τις δομές και μακροζωία των ομάδων, για το πώς είναι εξασφαλισμένη η εμπιστοσύνη και για τη σχέση με άλλες μορφές εγκλήματος. Υπάρχει έλλειψη έρευνας βασισμένης στην τεκμηρίωση σχετικά με τη συμπεριφορά των παραβατών και την πρόληψη στον κυβερνοχώρο, αν και η μάθηση και η απομίμηση παίζουν σημαντικό ρόλο. Ως εκ τούτου, οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές, παρά μόνο μέσα από τις λειτουργικές (παράνομες) δραστηριότητές τους.

Το βέβαιο είναι ότι, η ψηφιακή τεχνολογία έχει ενθαρρύνει την δράση μεμονωμένων ατόμων όπως ποτέ άλλοτε. Για παράδειγμα, απλοί έφηβοι, κατάφεραν να απενεργοποιήσουν τα συστήματα ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας, να κλείσουν σημαντικούς ηλεκτρονικούς λιανοπωλητές και να χειραγωγούν συναλλαγές στο χρηματιστήριο NASDAQ.

Όσον αφορά την πρόβλεψη των οικονομικών επιπτώσεων των επιθέσεων μέσω διαδικτύου, σε λογικό επίπεδο ακρίβειας, σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί πρόκληση. Δεδομένου ότι, πολλές επιθέσεις δεν αναφέρονται, οι επιπτώσεις αυτές τείνουν να υποτιμούνται. Ο τριγωνισμός των δεδομένων, από διαφορετικές πηγές, υποδεικνύει πάντως σημαντικές οικονομικές απώλειες λόγω των παγκόσμιων επιθέσεων στον κυβερνοχώρο.

Η πρόληψη, όπως είναι ευρέως γνωστό, είναι πάντα η καλύτερη γραμμή άμυνας εναντίον των εγκληματιών. Όπως και σε κάθε άλλη εγκληματική δραστηριότητα, έτσι και στην περίπτωση του εγκλήματος μέσω του διαδικτύου, οι πιο ευάλωτοι τείνουν να είναι δυστυχώς και οι πρώτοι στόχοι.

Δυστυχώς, η διακρατική φύση των περισσότερων εγκλημάτων που σχετίζονται με το διαδίκτυο, έχει καταστήσει πολλές μεθόδους αστυνόμευσης, τόσο σε εθνικό όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο, αναποτελεσματικές, ακόμη και σε προηγμένες χώρες, ενώ το «ψηφιακό χάσμα» παρέχει «ασφαλή καταφύγια» για τους εγκληματίες στον κυβερνοχώρο.

Σε αυτό, ίσως να έχει συμβάλει το γεγονός ότι, δεν υπάρχει ένας γενικά αποδεκτός ακριβής ορισμός του «εγκλήματος στον κυβερνοχώρο» και μια κοινή γραμμή τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η δραστηριότητα μπορεί να συνίσταται, όπως προαναφέρθηκε, σε παραδοσιακά εγκλήματα (απάτη, κλοπή, εκβίαση) ή σε νέους τύπους εγκληματικών ενεργειών (επιθέσεις άρνησης παροχής υπηρεσιών, κακόβουλα προγράμματα), καθιστώντας το δυσκολονόητο, ακόμα και στον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών της αξιόποινης πράξης.

Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο εγείρει νέες και δύσκολες προκλήσεις για την ανάγκη της κοινωνίας να διατηρήσει την εσωτερική τάξη. Οι προκλήσεις αυτές, δεν προκύπτουν από την ανάγκη θέσπισης νέων νόμων που να ποινικοποιούν την εν λόγω δραστηριότητα, αλλά από την ικανότητα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου να αντιδρούν αποτελεσματικά σε αυτήν. Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο δεν μοιράζεται τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος του πραγματικού κόσμου που διαμόρφωσε το μέχρι πρότινος, μοντέλο επιβολής του νόμου.

Ως εκ τούτου, ως απάντηση στην απειλή του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, υπάρχει επείγουσα ανάγκη βελτίωσης των μεθόδων αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και ενδυνάμωση της διεθνούς αστυνόμευσης. Η ανάπτυξη και η μεταλαμπάδευση  καλών πρακτικών, μεταξύ των αρμόδιων Φορέων, Θεσμών κ.τ.λ., αποτελεί μια μεθοδολογία, που μόνο σε θετικά αποτελέσματα μπορεί να οδηγήσει.

 

Πηγή: kedisa.gr

LEAVE A REPLY