*Του Συνταγματάρχη (ε.α.) Κωνσταντίνου Τσιάκαλου, Προέδρου και Γενικού Διευθυντή της MSETT Hellas (www.msett.co.uk, www.msett.gr)

Τα δεδομένα των μεθόδων στρατιωτικής εκπαίδευσης έχουν μεταβληθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Η αλματώδης ανάπτυξη των εφαρμογών των ηλεκτρονικών υπολογιστών αλλά και η δυνατότητα ρεαλιστικής αναπαράστασης πεδίων μάχης, περιοχών και θεάτρου επιχειρήσεων έχει διαφοροποιήσει τη μεθοδολογία των ασκήσεων σε όλα τα επίπεδα. 

Η συστηματική χρήση λογισμικών προσομοίωσης για την εκπαίδευση στελεχών σε όλες τις βαθμίδες έχει ήδη κλείσει 25 χρόνια ζωής. Συνεπώς μπορούμε να μιλήσουμε ασφαλώς για αποτελέσματα αλλά και για αδυναμίες στη χρήση της προσομοίωσης για εκπαιδευτικούς και επιχειρησιακούς σκοπούς.

Η στρατιωτική εκπαίδευση με τη χρήση προσομοίωσης διακρίνεται σε τρεις κύριες κατηγορίες:

  1. Στην τακτική εκπαίδευση μεγάλης ανάλυσης (επιπέδου πεδίου μάχης, ατομική εκπαίδευση – εκπαίδευση ομάδας, αεροπορική και ναυτική εκπαίδευση σε επίπεδο γέφυρας – αποστολών Α/Φ)
  2. Τακτική εκπαίδευση περιοχής επιχειρήσεων (διμοιρία – λόχος – τάγμα, αεροπορικής και ναυτικής εκπαίδευσης σε επίπεδο τακτικής μονάδας – πλοίου – σμήνους Α/Φ)
  3. Εκπαίδευση επιχειρησιακού – στρατηγικού επιπέδου (σχηματισμοί – διαδικασίες – θέατρο επιχειρήσεων, διακλαδικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας)

Για κάθε μία από τις παραπάνω κατηγορίες υπάρχει συγκεκριμένη μεθοδολογία σύμφωνα με την οποία οφείλει να γίνεται η στρατιωτική εκπαίδευση. Σε κάθε περίπτωση όμως ακολουθείται ένας γενικός κανόνας:

  • Ανάλυση των εκπαιδευτικών στόχων της εκπαίδευσης και των επιχειρησιακών απαιτήσεων που αυτοί εξυπηρετούν
  • Διαμόρφωση σεναρίου ή σεναρίων για την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων
  • Επιλογή του κατάλληλου λογισμικού προσομοίωσης ανάλογα με το επίπεδο, τη φύση των επιχειρήσεων και τη δομή των κλαδικών ή διακλαδικών στοιχείων που θα προσομοιωθούν
  • Ανάλυση του σεναρίου ή των σεναρίων σε επιμέρους διακριτά γεγονότα – επεισόδια με χρονικούς και επιχειρησιακούς (τακτικούς) περιορισμούς και στόχους
  • Εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης των στελεχών που θα εκπαιδευτούν και μεθοδολογίας κριτικής της εκπαίδευσης
  • Μέθοδος ανάλυσης των αποτελεσμάτων και βελτιστοποίησης της εκπαίδευσης

Ο συνδυασμός της μεθοδολογικής εκπαίδευσης, των εργαλείων – λογισμικών προσομοίωσης και των συστημάτων αξιολόγησης, ανάλυσης και βελτιστοποίησης της εκπαίδευσης συνιστούν τη Βιωματική Εκπαίδευση. Ο απώτερος στόχος της εκπαίδευσης αυτής είναι να αποτελέσει τη γέφυρα μεταξύ της θεωρητικής εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης πεδίου (live training) και να μειώσει το χρόνο και το κόστος της στρατιωτικής εκπαίδευσης αυξάνοντας παράλληλα την αποτελεσματικότητα και το ρεαλισμό της.

Το μεγάλο λάθος που πολλές φορές οδηγεί σε αρνητική εκπαίδευση (negative training) το οποίο γίνεται από τους επιχειρησιακούς εκπαιδευτές που σχεδιάζουν και οργανώνουν τέτοιου είδους εκπαιδεύσεις έγκειται στο γεγονός πως συγχέουν τη βιωματική εκπαίδευση με την εκπαίδευση που υποστηρίζεται από προσομοίωση.

Η διαφορά βρίσκεται σε δύο κύρια σημεία: Το ένα είναι πως η Βιωματική Εκπαίδευση εμπεριέχει την αξιολόγηση και την ανάλυση αποτελεσμάτων ενώ η εκπαίδευση με τη χρήση προσομοίωσης όχι. Τα αποτελέσματα της χρήσης της προσομοίωσης δεν είναι πάντα ρεαλιστικά και κυρίως γιατί ο στοχαστικός τρόπος υπολογισμού τους δεν αποτελεί κριτήριο ρεαλισμού. Αντίθετα, η Βιωματική Εκπαίδευση χρησιμοποιεί την προσομοίωση ως εργαλείο αναλυτικής διαδικασίας. Έτσι τα αποτελέσματα της προσομοίωσης δεν λαμβάνονται αυτούσια αλλά περνούν μέσα από μια σειρά υπολογισμών αντικειμενικών (μετρήσιμων) κριτηρίων με τα οποία αξιολογείται ο εκπαιδευόμενος αναφορικά με την πληρότητα αλλά και τις δεξιότητες που διαθέτει (ή που οφείλει να διαθέτει).

Η αξιολόγηση των εκπαιδευομένων σε γενικευμένη μορφή μπορεί να αποτελέσει συστηματικό κριτήριο για την επιχειρησιακή ικανότητα ενός επιπέδου διοικήσεως ή ακόμα περισσότερο ενός συγκροτημένου επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Με τη χρήση πολυδιάστατων εικονικών ή μικτών επιχειρησιακών περιβαλλόντων, συντίθεται ένα πλήρες σύνολο διαλειτουργικής πρακτικής που συνιστά μια ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας και εισάγει τον εκπαιδευόμενο σε συνθήκες μάχης. Πολλές φορές, τα μοντέλα προσομοίωσης έχουν τη δυνατότητα να προσομοιώνουν συνθήκες άγχους, φόβου, χρονικής πίεσης και κινδύνου. Εκεί ο εκπαιδευόμενος έχει την αίσθηση πως λειτουργεί σε ένα περιβάλλον μάχης, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Η μέτρηση αντικειμενικών στοιχείων όπως οι χρόνοι αντίδρασης, οι απώλειες εχθρών και φιλίων τμημάτων, η αποτελεσματικότητα των πυρών και η επιβιωσιμότητα των τμημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από την προσομοίωση, εισάγονται στο εκάστοτε σύστημα αξιολόγησης και συνδυάζονται για να αποδώσουν δεδομένα που περιγράφουν της επιχειρησιακή “συμπεριφορά” των εκπαιδευομένων.

Το γεγονός πως τα στοιχεία αξιολόγησης είναι αντικειμενικά και μετρήσιμα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης και κυρίως δεν αποτελούν προϊόν μερικής κατανόησης της επιχειρησιακής κατάστασης από την πλευρά των αξιολογητών.

Το μέγα ερώτημα είναι εδώ το κατά πόσο τα μοντέλα προσομοίωσης είναι σε θέση να εξάγουν αποτελέσματα που θα είναι επεξεργάσιμα και ρεαλιστικά. Την απάντηση εδώ έρχεται να δώσει η μεθοδολογική προετοιμασία των δεδομένων της προσομοίωσης και του επιπέδου ρεαλισμού που αναζητούμε σ’ αυτή.

Σχεδόν όλα τα μοντέλα προσομοίωσης σήμερα διαθέτουν αλγορίθμους υπολογισμού αποτελεσμάτων που βασίζονται σε τεχνητή νοημοσύνη σε συνδυασμό με ντετερμινιστικές και στοχαστικές υπολογιστικές μεθόδους. Ο συνδυασμός αυτός παράγει σαφή στοιχεία, μαθηματικοποιημένα τις περισσότερες φορές, τα οποία μπορούν να εισαχθούν σε συστήματα αξιολόγησης και να αποδώσουν με σαφήνεια την εικόνα της “συμπεριφοράς” του εκπαιδευομένου.

Συμπερασματικά, η Βιωματική Εκπαίδευση με την εκτεταμένη χρήση προσομοίωσης και εικονικών – μικτών περιβαλλόντων, δίνει τη δυνατότητα σε μια οργανωμένη στρατιωτική δομή να αξιολογήσει με ακρίβεια και σαφήνεια το προσωπικό της και να ανακαλύψει τα επιχειρησιακά κενά τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην επιχειρησιακή ικανότητα των στελεχών της.

Ακόμα περισσότερο, δίνει τη δυνατότητα του συνεχούς πειραματισμού για τη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού αλλά και της βέλτιστης επιχειρησιακής αξιοποίησης των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων των στελεχών μιας στρατιωτικής διοίκησης.

Μοιραστείτε το
Ο Συνταγματάρχης (ε.α.) Κωνσταντίνος Τσιάκαλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελεπίδων, Τάξεως 1991. Υπηρέτησε αρχικά στο Όπλο του Μηχανικού και εν συνεχεία μετατάχθηκε στο Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Στατιστική & Επιχειρησιακή Έρευνα και είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Γένοβα. Έχει εξειδικευτεί στην επιχειρησιακή προσομοίωση και στις ασκήσεις με υπολογιστές. Είναι επίσης ερασιτέχνης ιστορικός ερευνητής με αντικείμενο έρευνας τη στρατηγική και τις τακτικές μάχης των σημαντικότερων στρατών όλων των εποχών. Είναι συστηματικά ενεργός πολίτης καθότι συμμετέχει σε αρκετούς συλλόγους καθώς και σε τοπικά και εθνικά συλλογικά όργανα. Είναι επίσης ο συνιδρυτής και πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης MSETT Hellas.