Είπαμε πως εδώ θα τα λέμε τσεκουράτα. Κι αυτό κάνουμε κι αυτό θα κάνουμε. Εδώ και κάμποσα χρόνια οι κρίσεις της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων εμπεριέχουν πολλά στοιχεία κομματικής (κι όχι πολιτικής) αντιπαράθεσης.

Πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί έγιναν ανώτατοι γιατί είχαν τη κατάλληλη στιγμή τη στήριξη κομματικών μηχανισμών. Όποιος το αμφισβητεί αυτό μάλλον είναι από άλλο ανέκδοτο. Έχει συμβεί πολλές φορές με πολλούς Στρατηγούς, Ναυάρχους και Πτεράρχους. Η όποια κομματική ιδιότητα των ιδίων ή των συγγενών τους ήταν καταλυτικός παράγοντας στην εξέλιξή τους. Από την άλλη πλευρά αρκετοί εξ’ αυτών υπηρέτησαν με αξιοσύνη και υπευθυνότητα την πατρίδα και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όμως όλοι σχεδόν είχαν δεμένη στο πόδι τους μια σιδερένια μπάλα.

Κι αυτή η μπάλα δεν ήταν άλλη από την υποχρέωση που είχαν για το γεγονός πως προήχθησαν στους ανώτατους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας. Επειδή στις Ένοπλες Δυνάμεις περισσεύει και το φιλότιμο αλλά και η ευγνωμοσύνη, αυτή την υποχρέωση συχνά πυκνά τους την υπενθύμιζαν και την υπενθυμίζουν ακόμα τα κομματικά στελέχη. Υπάρχουν περιπτώσεις που η υποχρέωση καλείται να “βγεί” εις βάρος των συμφερόντων των Ενόπλων Δυνάμεων και κυρίως κάποιων στελεχών τους.

Εκεί λοιπόν αρχίζουν τα δύσκολα και τα περίεργα. Υπήρξαν περιπτώσεις στο παρελθόν που Αρχηγοί ενεπλάκησαν για να γλιτώσουν στελέχη από έλεγχο διότι έτσι απαιτούσε το κομματικό συμφέρον. Τέτοιο γεγονός είχαμε και με πρώην Αρχηγό ΓΕΣ που προσπάθησε να “σώσει” μια κυρία υπαξιωματικό που υπηρετούσε στο εξωτερικό κατόπιν κομματικής συστάσεως. Άλλο ωραίο περιστατικό είχαμε με πρώην Αρχηγό ΓΕΑ που με νύχια και με δόντια απαιτούσε τη μετάταξη αξιωματικού χωρίς να έχει κανένα τυπικό προσόν με σχεδόν εκβιαστικές συνθήκες από συγκεκριμένο κομματικό μηχανισμό. Και για να μην αφήσουμε απέξω το Ναυτικό, παρόμοιο σκηνικό παίχτηκε με πρώην Αρχηγό ΓΕΝ που έθεσε θέμα σκληρής τιμωρίας σε αξιωματικό λόγω πίεσης που ασκούσε ο τελευταίος σε “κομματικό” υπαξιωματικό πάνω στη δουλειά. Η σύσταση έγινε από τη σύζυγο του υπαξιωματικού, στελέχους σε κομματικό επιτελείο.

Και στις τρείς περιπτώσεις το θέμα παραφούσκωσε και όλοι οι εμπλεκόμενοι ζημιώθηκαν, ακόμη και οι Αρχηγοί. Η κομματική εισβολή στους κόλπους των Ενόπλων Δυνάμεων δεν είναι νεωτερισμός. Από τους τρικουπικούς, στους βενιζελικούς και βασιλόφρονες, μέχρι τους σύγχρονους κομματικά ενταγμένους αξιωματικούς, το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο.

Δεν ξέρουμε αν υπάρχει φάρμακο για την ασθένεια αυτή. το σίγουρο είναι πως λειτουργεί σαν τη γρίπη στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αν δεν ελεγχθεί καλά ο ιός μπορεί να έχει επικίνδυνες επιπτώσεις. Στον όμορφο και αγγελικά πλασμένο κόσμο του σήμερα έχουμε κι ένα ακόμα πρόβλημα: Το συνδικαλισμό. Ακόμα και μεταξύ τους οι συνδικαλιστές δεν τα βρίσκουν, καθότι κι εκεί τα κομματικά πλοκάμια έχουν “παγιδεύσει” ορισμένους.

Πρόσφατα μάθαμε για κάποιους ανωτάτους πως έχουν θέμα με τους κομματικούς τους “φίλους” γιατί οι τελευταίοι έχουν γίνει πολλοί φορτικοί ακόμα και σε ελάσσονος σημασίας ζητήματα. Κάποια απ’ αυτά είναι, η μετάθεση κληρωτών οπλιτών ή η απόσπαση μονίμων στελεχών σε κομματικά πόστα, ξένα ή κοντινά με τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Το σύστημα προαγωγών και εξέλιξης των στελεχών πάσχει και αυτό δεν είναι τωρινή διαπίστωση. Χρόνια τώρα συζητιέται και δε λύνεται. Στη ρητορική ερώτηση αν μπορεί να γίνει κάτι αντικειμενικό η απάντηση είναι απλή: Αν θέλουμε γίνεται. Υπάρχουν και τρόποι και εργαλεία για να αξιολογούνται οι αξιωματικοί αρκετά αντικειμενικά, και το 80% των κριτηρίων είναι αντικειμενικά ας είναι το υπόλοιπο 20% υποκειμενικό.

Με ένα απλό (όχι απλοϊκό) φιλοσοφικό – μαθηματικό συλλογισμό καταλήγουμε στο εξής: Αφού είναι κοινή ομολογία πως το σύστημα κρίσεων και προαγωγών δεν είναι προς το συμφέρον των Ενόπλων Δυνάμεων γιατί το συντηρούμε; Στην απλοϊκή απάντηση γιατί είναι υπέρ των κομμάτων υπάρχει ο αντίλογος: Αφού τελικά και τα κόμματα σε βάθος χρόνου βγαίνουν ζημιωμένα (με την έννοια της πρόσκαιρης εξυπηρέτησης συμφερόντων) άρα κι αυτούς δεν τους συμφέρει.

Ποιόν συμφέρει τελικά; Την ελληνική κοινωνία σίγουρα όχι, τους ίδιους τους στρατιωτικούς βέβαια όχι (και συνολικά και ατομικά), τις Ένοπλες Δυνάμεις συνολικά όχι, τελικά ποιος ωφελείται; Στο δύσκολο αυτό κουΐζ αναμένω απαντήσεις για να πλουτίσω τις γνώσεις μου.