Το Πρωσικό Πεζικό υπήρξε η τελειότερη στρατιωτική μηχανή της του 18ου αιώνα. Άριστα εκπαιδευμένο και πειθαρχημένο επιτέλεσε θαύματα στα πεδία των μαχών.

 

 

Από τη λήξη του Πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής (1715), μέχρι την έναρξη του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής (1740), ο Πρωσικός Στρατός δεν ενεπλάκη σε καμία σύγκρουση.

Το διάστημα αυτό όμως τέθηκαν οι βάσεις της περεταίρω ανάπτυξης του. Ο πρίγκιπας Λεοπόλδος φον Άνχαλτ Ντεσσάου, ένας από τους καλύτερους «πεζούς» της στρατιωτικής ιστορίας, ανέλαβε και στην περίοδο της ειρήνης, με ζήλο, το έργο της συντήρησης και της ανάπτυξης της μαχητικής αξίας του πεζικού.

Ο πρίγκιπας θεωρούσε ως πρωταρχική αρετή του πεζού στρατιώτη την επίδειξη τυφλής υπακοής στους ανωτέρους του.

Κατά τη μάχη οι άνδρες έπρεπε να συμπεριφέρονται ως αυτόματες μηχανές. Κάθε στρατιώτης αποτελούσε απλώς ένα μονάχα γρανάζι της μηχανής.

Η συνεχής εκπαίδευση και η διεξαγωγή δύο φορές τον χρόνο μεγάλων γυμνασίων- πρωτοποριακή σύλληψη για την εποχή- έφεραν σταδιακά το επιθυμητό αποτέλεσμα.




Δύο ακόμα παράγοντες βοήθησαν στην ισχυροποίηση του πρωσικού πεζικού. Ο πρώτος αφορούσε την εκ νέου, από την αρχαιότητα, εισαγωγή του συγχρονισμένου βηματισμού- αυτού που σήμερα καλούμε απλά βήμα – γύρω στο 1730, από τον πρίγκιπα Λεοπόλδο.

Το συγχρονισμένο βήμα είχε εξαφανιστεί από τους ευρωπαϊκούς στρατούς από τον πρώιμο μεσαίωνα. Χωρίς την χρήση του η κίνηση των τμημάτων, ιδιαίτερα σε σχηματισμό γραμμής, ήταν εξαιρετικά αργή.

Κάθε τόσο το τμήμα έπρεπε να αναστέλλει την κίνηση του και να στοιχίζεται. Με τη χρήση του συγχρονισμένου βηματισμού όμως τα δεδομένα άλλαξαν.

Το πρωσικό πεζικό κατέστη ικανό να κινείτε σε σχηματισμό γραμμής με τον εκπληκτικό ρυθμό των 75 βημάτων ανά λεπτό, τη στιγμή που τα τμήματα πεζικού των λοιπών ευρωπαϊκών στρατών σπάνια πλησίαζαν τον ρυθμό των 50 βημάτων ανά λεπτό.

Η ταχύτητα του πρωσικού πεζικού του προσέδωσε ένα σοβαρό τακτικό πλεονέκτημα και επέτρεψε αργότερα στον Φρειδερίκο, εκμεταλλευόμενος ακριβώς το πλεονέκτημα αυτό, να εφαρμόσει την τακτική της λοξής φάλαγγας, της απασχόλησης δηλαδή του εχθρικού μετώπου από τμήμα του Πρωσικού Στρατού, την στιγμή που ο όγκος του έδινε το καίριο πλήγμα στην εχθρική παράταξη.




Ο δεύτερος παράγοντας που επίσης προσέδωσε τακτικό πλεονέκτημα στους Πρώσους πεζούς ήταν ο εφοδιασμός τους με σιδερένιες ράβδους γέμισης των μουσκέτων, έναντι των ξύλινων που χρησιμοποιούσαν οι αντίπαλοι τους.

Με τη χρήση της σιδερένιας ράβδου ο ρυθμός βολής αυξήθηκε κατακόρυφα. Σε αυτό βέβαια βοηθούσε και η χρήση του βρετανολλανδικού συστήματος εκτέλεσης και ελέγχου πυρός, το οποίο εφάρμοζε το πρωσικό πεζικό ήδη από το 1704.

Το συγκεκριμένο σύστημα (platoon firing) επέτρεπε στον ηγήτορα του πεζικού να εκτοξεύει ισχυρές ομοβροντίες κατά του εχθρικού μετώπου, τηρώντας πάντα ως «εφεδρεία» πυρός το 1/3 των ανδρών του τάγματος.

Ένα πρωσικό τάγμα μουσκετοφόρων των 5 λόχων με δύναμη 600 ανδρών χωριζόταν για τις ανάγκες εκτέλεσης πυρών σε οκτώ «διμοιρίες». Οι άνδρες παρατάσσονταν σε τρείς ζυγούς, με αυτούς του πρώτου γονατιστούς.




Οι άνδρες του πρώτου ζυγού εκτελούσαν πυρά μόνο κατόπιν ειδικής διαταγής. Αυτοί των δύο άλλων ζυγών έβαλαν ανά δύο διμοιρίες. Συνήθως έβαλαν ταυτόχρονά οι δύο διμοιρίες του κέντρου του τάγματος ή οι δύο ακραίες.

Ακολουθούσαν οι άλλες δύο που βρίσκονταν στα πλευρά των πρώτων. Με τον τρόπο αυτό κάθε στιγμή το τάγμα ήταν ικανό να διαθέτει έναν σημαντικό αριθμό βαλόντων ανδρών την ώρα που οι λοιποί σκόπευαν ή γέμιζαν.

Το πρωσικό πεζικό ήταν ικανό να βάλει με ρυθμούς ασύλληπτους για την εποχή. Ο συνήθης ρυθμός βολής, σε συνθήκες μάχης, ήταν της τάξης των τεσσάρων βολών ανά λεπτό, διπλάσιος του αντίστοιχου όλων των άλλων ευρωπαϊκών στρατών. Κατά περίπτωση ο ρυθμός μπορούσε να αυξηθεί και στις επτά βολές ανά λεπτό. Κατά μέσο όρο ένα πρωσικό τάγμα με δύναμη 600 ανδρών ήταν ικανό να βάλει σε ένα λεπτό περί τα 2.500 φυσίγγια.

Βεβαίως το τάγμα μπορούσε να βάλλει και ανά ζυγό, ή και συνολικά, με τους τρείς ζυγούς ταυτόχρονα, πριν την εκτέλεση εφόδου με την ξιφολόγχη.

LEAVE A REPLY