Το 1962 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων ο Ανθυπολοχαγός Γεώργιος Παναγούλης, με γενική σειρά 174, 91ος στο όπλο του Πεζικού και αριθμό μητρώου αξιωματικού 35882. Γιός του επίσης αξιωματικού Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη, γεννήθηκε το 1938 και ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αγόρια της οικογένειας.

Μιας οικογένειας με αστικές ρίζες και συνήθειες, πολύ κοντά στην εκκλησία. Μάλιστα εντός του σπιτιού της οικογένειας Παναγούλη στη Γλυφάδα υπήρχε μια ιδιωτική εκκλησία, η Παναγία η Ευαγγελίστρια. Ο Γεώργιος Παναγούλης, γυμναζόταν από μικρός και είχε μεράκι να γίνει αξιωματικός των ΛΟΚ. Ήταν σωματικά πολύ δυνατός και δεινός κολυμβητής, όπως περιέγραφαν οι συμμαθητές του στη Σχολή Ευελπίδων, Αντιστράτηγος (ε.α.) Χριστόφορος Αγγελόπουλος (αρχηγός της Τάξης ΣΣΕ 1962) και ο αποβιώσας νέος Ταξίαρχος (ε.α.) Ελευθέριος Σταντίδης.

Ο Γεώργιος Παναγούλης εντάχθηκε άμεσα στις Δυνάμεις Καταδρομών στις οποίες πολύ γρήγορα απέκτησε φήμη εξαιρετικού καταδρομέα και αξιωματικού. Η φήμη αυτή αλλά και οι σωματικές του ικανότητες τον βοήθησαν να ξεχωρίσει και να επιλεγεί να παρακολουθήσει σχολεία ανορθόδοξου πολέμου του ΝΑΤΟ στη Δυτική (τότε) Γερμανία, στα οποία διακρίθηκε ιδιαίτερα και ξεχώρισε λόγω της άνεσης με την οποία εκτελούσε ακόμα και τις πλέον δύσκολες επιχειρήσεις. Είχε εντυπωσιάσει τους εκπαιδευτές του σε βαθμό μάλιστα που του είχε προσφερθεί μετεκπαίδευση στις ΗΠΑ. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1966, ως Υπολοχαγός των ΟΥΚ, εκπαιδευμένος άριστα αυτοδύτης και πολύ καλός σκοπευτής, είχε μπροστά του μια λαμπρή καριέρα.

Τον Απρίλιο του 1967, το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου όμως ανέκοψε πολλές καριέρες ικανών αξιωματικών. Ο αδελφός του Γεωργίου Παναγούλη, Αλέξανδρος, υπηρετούσε τη θητεία του τότε, όντας ενεργό μέλος της ΟΝΕΚ (της νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου), ως φοιτητής της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων του ΕΜΠ. Στις 27 Μαΐου 1967, ο Αλέξανδρος Παναγούλης λιποτακτεί και ο Γεώργιος Παναγούλης γίνεται στόχος μιας μερίδας αξιωματικών που με τη βοήθεια κάποιων υπαξιωματικών που δε συμπαθούσαν τον Παναγούλη, τον έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση κατηγορώντας τον ως κομμουνιστή, ιδεολογία που και ο ίδιος αλλά και οι δικοί του απεχθάνονταν.

Το πρόβλημα για το Γεώργιο Παναγούλη έγινε μεγαλύτερο όταν του αφαίρεσαν τη δυνατότητα να μετεκπαιδευτεί στις ΗΠΑ και επίσημα η αιτιολογία ήταν πως ήταν “ύποπτος για συμμετοχήν σε κομμουνιστές δράσεις”. Εκεί πλέον ο Γεώργιος Παναγούλης δεν αντέχει και βλέποντας τα πράγματα να δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο λαμβάνει την καλοκαιρινή του άδεια τον Αύγουστο του 1967 και φεύγει παράνομα για την Τουρκία όπου ταξιδεύει μόνο νύχτα και τελικά περνάει τα σύνορα με το Ιράκ και καταφεύγει στη Συρία. Εκεί έρχεται σε επαφή με Σύρους πρώην στρατιωτικούς (η κυβέρνηση του Μπαάθ είχε ανατραπεί το 1966 και την εξουσία είχαν οι “Κινέζοι” του στρατηγού Σαλάχ Τζεντίντ και του Προέδρου Νουρ αντ Ντιν αλ Ατασί). Εκείνοι, που μετά τον πόλεμο των 7 ημερών με το Ισραήλ επεδίωκαν την ανατροπή του καθεστώτος, τον φυγαδεύουν στο Λίβανο.

Ο Γεώργιος Παναγούλης έρχεται σε επαφή στο Λίβανο με Αμερικανούς (ενδεχομένως να γνώριζε κάποιους απ’ αυτούς) οι οποίοι τον γνωρίζουν με μέλη των Ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας. Ένας εξ΄αυτών του προτείνει να τον φιλοξενήσει στο Ισραήλ και ο Παναγούλης δέχεται, αισθανόμενος πως θα του παρείχε ασφάλεια. Έτσι κι έγινε. Κάποιος όμως από αντίθετη “κλίκα” στις υπηρεσίες ασφαλείας, κάρφωσε στην Ελληνική Πρεσβεία την παρουσία του Παναγούλη, στα τέλη Οκτωβρίου 1967, μετά από παραμονή περίπου 20 ημερών. Έτσι, στις αρχές Νοεμβρίου του 1967, φτάνει από την Αθήνα κλιμάκιο της ΚΥΠ με επικεφαλής αξιωματικό με την κωδική ονομασία “Αβεσσαλώμ”. Μετά από διαπραγματεύσεις με την Ισραηλινή διπλωματική υπηρεσία, οι αρχές επιτρέπουν τη σύλληψη του Παναγούλη.

Το κλιμάκιο της ΚΥΠ με συνοδεία από την Ισραηλινή αστυνομία οργανώνει επιχείρηση και συλλαμβάνει τον Παναγούλη και απ’ ευθείας επιβιβάζονται στο “Βασίλισσα ‘Αννα Μαρία” και κλείνεται σιδηροδέσμιος σε καμπίνα με έναν φρουρό πάντα για να τον επιτηρεί. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, κάνει δύο προσπάθειες να δραπετεύσει, σύμφωνα με έναν από τους στρατιωτικούς που ήταν στην αποστολή. Ο συγκεκριμένος συμπαθούσε των Παναγούλη, λόγω προηγούμενης γνωριμίας τους, καθότι τον γνώριζε από τη Σχολή Ευελπίδων. Πιθανότατα να τον βοήθησε και στις δύο απόπειρες.

Φτάνοντας σε απόσταση περίπου πέντε μιλίων από το λιμάνι του Πειραιά, πιθανότατα ειδοποιημένος από τον ίδιο αξιωματικό, έκανε ενδεχομένως, μια τελευταία προσπάθεια ν’ αποδράσει. Το γεγονός πως ήταν σιδηροδέσμιος τόσο στα πόδια όσο και στα χέρια, μάλλον ανατρέπει αυτή την πιθανότητα, εκτός αν ο αξιωματικός που τον είχε βοηθήσει τον έλυσε.

Μια άλλη φήμη που ακούστηκε ήταν πως οι δεσμοφύλακες του μετά τη δεύτερη απόπειρα τον είχαν “χτίσει”. Κι αυτό όμως δεν φαίνεται πιθανό. Η μαρτυρία ενός εκ των δύο αστυνομικών που ήταν στην αποστολή, που έχει αποβιώσει πλέον, μάλλον είναι η πλέον έγκυρη. Αν και δεν ήταν εν υπηρεσία και χάζευε στο κατάστρωμα, είδε δύο άτομα να κουβαλούν ένα “τσουβάλι” ναυτικό που “κουνιόταν” και να το πετούν στη θάλασσα. Η μαρτυρία αυτή έγινε σε ιερέα κατά τη διάρκεια εξομολόγησης όταν ο εν λόγω αστυνομικός ήταν στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό επεισόδιο το 1995.

Η ουσία είναι πως ο Υπολοχαγός Γεώργιος Παναγούλης από το Νοέμβριο του 1967 έως και σήμερα θεωρείται αγνοούμενος σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα οποία αποκάλυψε πρώτος ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Μιχάλης Βενετάκης, Διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και πρώην διευθυντής του στρατιωτικού γραφείου του Γεωργίου Παπανδρέου, επίσης καταδρομέας.

Η περίεργη αυτή ιστορία δεν είναι η μόνη από την περίοδο της δικτατορίας, αλλά είναι εκείνη που καταδεικνύει πως τα προσωπικά πάθη και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μπορούσαν να καταστρέψουν έναν λαμπρό αξιωματικό. Ο σεβασμός στο Δημοκρατικό Πολίτευμα και η αφοσίωση την υπηρεσία της πατρίδας είναι αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων. Σήμερα παρά ποτέ, η ελληνική κοινωνία επενδύει στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες έχουν και ανθρώπους αλλά και ήθος για να την καθοδηγήσουν.

 

LEAVE A REPLY